Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2007

Για τον Νικήτα,τον Στυλιανό και τον Ηρακλή στο Δοξαρό



ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΙΩ

Οντε προβαίρνει[1] η Άνοιξη κι αρχίζει να βγορίζει[2] κι κελαηδούνε τα πουλιά κατ΄μ΄ αναθυμίζει. Τ’ αδέλφι μου το Χαρουλιό, που’ ταν στα δεκαοχτώ της να παντρευτεί θαρρούσανε[3] πως ήταν στον καιρό της.
Πλεγμένες χάρες είχενε, χίλιες καλοσυνάδες κι ως[4] ήταν μπαινοβγαίνανε πολλοί προξενητάδες. Χώμα ‘πιανε στα χέρια της κι τόκανε χρυσάφι κι πρόσεχε τα[5] έκανε για να μην κάνει λάθη.
Μιας κοπανιάς που βράδιαζε με τον Αποσπερίτη[6] μια προξενήτρα πρόβαλε κρυφά κρυφά στο σπίτι. Θαρρώ[7] κεράσαμέ τηνε κι ήπιε κανά ποτήρι κι πήγε χώρια μυστικά και τα’πιε με τον κύρη.
Ναμι[8] η κόρη σ’ έδωσε στα μάτια των ανθρώπων κι εστείλασι τα προξενιά κι ήρθαν απ΄ άλλο τόπο. Επέμενε στον κύρη μου πως πρέπει να διαλέξει της Στρατογιάννενας το γιο θαρρώ πως τον Αλέξη
Που ‘ναι ετσέ, πούναι αλλοιώς που δεν κατέχει ήντα ‘χει κι ένα σωρό παινέματα, π’ αδίκονα τση λάχει. Παίρνει χαμπάρι η κύρασα με κάποια στεναχώρια και λέει δυο λόγια του κύρου απ’ τη γυναίκα χώρια.
---Μικρή ‘μαι αφεντάκι μου να μπω σε τσα αγώνα από γαμπρούς στα δεκαοχτώ να μπω στο διαλεγώνα. Εγώ δε θέλω παντριγιές δουλειά θε να[9] κατέχω κι άπου μπορώ αργά ταχιά πράμα[10] ποθώ να έχω.
Απονταδά[11] να παντρευτώ σκλαβώνετ’ η ζωή μου βάσανα, έννοιες κι καημοί θα μπούνε στη ψυχή μου. Θαρρώ[12] τη αφέντη τη σκλαβιά που ζουν οι παντρεμένοι θαρρώ πως ούλοι ντως πολλά νοιώθουν αδικημένοι.
Θέλω ‘το γώ ελεύθερη να χαίρομαι τον ήλιο ,κι ούτε με κόφτες απόνταδα νάχω κανένα φίλο, θέλω να τρέχω, να γελώ ,να τραγουδώ να κλαιω , τα που αισθάνομαι κρυφά στον ήλιο να τα λέω
Να βρέχομαι να μου κολλά στη ράχη το νεράκι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά τ’ απόγειο[13] το αεράκι. Θέλω να μάθω για πολλά μόνο αυτό μου μέλλει να σε τιμήσω αφέντη μου αυτό η καρδιά μου θέλει.
Κι όντε θε νάρθει ετότε σας και μένα ο καιρός μου, θα τον διαλέξουμε μαζί κι οι δυο τον ανθρωπό μου. Μα η ξένη καλοτύπωνε σιγά σιγά την κόρη το προξενιό δε πίμενε να γίνει με το ζόρι.
Παραπετριές για γιόκα τση σιγά σιγά επέτα και δώστου και τον παίνευε και τον σιχιομελέτα. Πριν φύγει τση παρήγγειλε ο κύρης μου ναρθούνε να δει ο γιος τον άλλονε κι ένα κρασί να πιούνε.
Να δει η νύφη το γαμπρό αλλιώς δεν το μπαταίρνει[14] γιατί γουρούνι στο σακί άθωρο[15] δεν το παίρνεις. Κι η προξενήτρα έφυγε κι στον Αλέξη πήγε κι όσα είδε κι άκουσε στα ψέματα του διήγε.
«Λυπάμαι» λέει του γαμπρού μα μούπενε η νύφη «ετσά γουρούνι άθωρο κάλια ναι να μου λείπει» και ο Αλέξης κόμπιασε ετσά ντροπή να πάρει ετέθοιο πράμα να του πει κόρη με τόση χάρη, κι ως κάθε συνετός γαμπρός γλήγορα ετσά χάνατο παράτησε το προξενιό τ’ αφήνει κι ξεχνά το.



ΟΔΥΣΣΕΑΣ 9-2006.




[1] προβάλλει
[2] ανατείλει
[3] νομίζανε
[4] κι καθώς ήτανε έτσι
[5] αυτά, όλα όσα
[6] ο πλανήτης Αφροδίτη, ο ¨Εσπερος
[7] νομίζω
[8] καλό όνομα, δόξα
[9] ξέρω
[10] επιθυμία
[11] από τώρα
[12] βλέπω
[13] το μαγευτικό ήσυχο απαλό αεράκι του νοτιά
[14] αποδέχεται
[15] χωρίς να το δεί, να το ελέγξει.

2 σχόλια:

  1. Ο Οδυσσέας είναι ψευδώνυμο, Ρεθυμνιώτη εθελοντή δασοπυροσβέστη που αντιμετωπίζει τη ζωή Διονυσιακά και τώρα εργάζεται στο χώρο της οικοδομής. Το τέλος των τριών παλληκαριών θυμίζει τον αγαπημένο τρόπο εκτέλεσης της Αλβανικής Μαφίας στα μέρη της,τους καίνε ζωντανούς........Ποιοί έχουν συμφέρον να κάψουν τα βοσκοτόπια του ορεινού Ρεθύμνου, με ζήλο "μαφίας" ελπίζω να βρεθουν και να οδηγηθούν στη Σικαιοσύνη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. γλυκόπικρο, στενάχωρο και όμορφα γραμμένο. Μπράβο σου.

    πολλά πράγματα μου έχουν θολώσει το νού αυτές τις μέρες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σε αυτό το μικρό τόπο μπορείτε ευκολα να ξεχωρίσετε τους εθνικούς νταβατζήδες από τους εθνικούς μπεταντζήδες;;