Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Γαλλία: H παγίδα της χρήσιμης ψήφου, για ακόμη μία φορά

Serge Halimi - Μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη πηγή: Le Monde diplomatique ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ 16-4-2017 Γαλλία: H παγίδα της χρήσιμης ψήφου, για ακόμη μία φορά Η Ευρωπαϊκή Ένωση στεκόταν εδώ και καιρό αδιάφορη μπροστά στις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, σίγουρη ότι ο βασικός προσανατολισμός των κρατών-μελών είναι «κλειδωμένος» από τις συνθήκες. Όμως, μετά την ψήφο για το «Brexit» και τη νίκη του Τραμπ, η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της. Μια Ένωση σε πυρετώδη κατάσταση παρακολουθεί πλέον κάθε εθνική κάλπη σαν να έπαιζε σ’ αυτήν τη ζωή της. Ακόμα και η νίκη ενός από τους Γάλλους υποψήφιους που την υποστηρίζουν δεν θα μπορούσε να την καθησυχάσει για πολύ. urne_vote_france-480x250.jpg Facebook Twitter Ο πρώτος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών, στις 23 Απριλίου, θα φέρει αντιμέτωπους έντεκα υποψηφίους με διαφορετικές απόψεις. Ο πλουραλισμός αυτός κατά ένα μέρος αμαυρώθηκε από τις δικαστικές υποθέσεις και από τον υπερβολικό χώρο που τα μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν στον ασταμάτητο χορό των δημοσκοπήσεων. Παρ’ όλα αυτά, η αντίληψη της βαθιά αντιδημοκρατικής φύσης των γαλλικών και των ευρωπαϊκών θεσμών κυριαρχεί στο μυαλό των ψηφοφόρων. Όμως η μετάφραση σε εκλογικούς όρους αυτής της νέας συνείδησης κινδυνεύει να παρεκκλίνει εξαιτίας της παγίδας της «χρήσιμης ψήφου», η οποία προβάλλει ως αντίπαλο στην ακροδεξιά έναν λάτρη της παγκοσμιοποίησης. Μπαίνουμε σε μια πολιτική εποχή όπου, όταν μια φράση ξεκινά με το «Είναι η πρώτη φορά που…», συνήθως ανακοινώνει την έλευση μιας αδιανόητης μέχρι τώρα πραγματικότητας. Έτσι, αυτήν την άνοιξη του 2017, οι προεδρικές εκλογές σηματοδοτούν την πρώτη φορά που δεν αναρωτιόμαστε πια για την παρουσία του Εθνικού Μετώπου (ΕΜ) στον δεύτερο γύρο –αντίθετα, εξετάζουμε την υπόθεση, ακόμα αρκετά απίθανη, μιας νίκης του. Την πρώτη φορά που κανείς δεν υπερασπίζεται τον απολογισμό μιας θητείας, την ίδια στιγμή που δύο πρώην υπουργοί του απερχόμενου προέδρου, ο Μπενουά Αμόν (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και ο Εμμανουέλ Μακρόν (En marche!) παίρνουν μέρος στις εκλογές. Όπως και την πρώτη φορά κατά την οποία οι υποψήφιοι του ΣΚ και της Δεξιάς, που κυβέρνησαν τη Γαλλία χωρίς διακοπή από την αρχή της 5ης Δημοκρατίας (1), μπορεί να αποκλειστούν στον πρώτο γύρο.
Μάταια θα ψάχναμε προηγούμενο για μια καμπάνια που να έχει γεμίσει τόσα παράσιτα από τη συνεχή ενημέρωση, τις δικαστικές υποθέσεις, τη γενική ανικανότητα να κρατηθεί η προσοχή κάποιου σε ένα ουσιαστικό ζήτημα για περισσότερες από 24 ώρες. Και δεν υπάρχει σίγουρα καμία προηγούμενη περίπτωση ενός σημαντικού υποψηφίου που να διώκεται για διασπάθιση δημοσίου χρήματος, ενώ εδώ και δέκα χρόνια διακήρυττε ότι η Γαλλία βρίσκεται σε πτώχευση. Η παραίτηση του απερχόμενου προέδρου από τη διεκδίκηση μιας δεύτερης θητείας ίσως και να αποκρύπτει το σημείο εκκίνησης όλης αυτής της αναταραχής. Κατά τη διάρκεια της πενταετούς θητείας του που ολοκληρώνεται, ο Φρανσουά Ολάντ αναδείχθηκε στον λιγότερο δημοφιλή Πρόεδρο Δημοκρατίας της 5ης Δημοκρατίας –και αυτό αφότου ο προκάτοχός του, Νικολά Σαρκοζί, είχε ήδη γνωρίσει τη λαϊκή κατακραυγή. Κι όμως, ο σοσιαλιστής πρόεδρος είχε παραδεχθεί πώς έζησε «πέντε χρόνια σχεδόν απόλυτης εξουσίας (2)». Τον Ιούνιο του 2012, για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήλεγχε την προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, τη Βουλή, τη Γερουσία, 21 από τις 22 περιφέρειες, 56 από τα 96 διαμερίσματα και 27 από τις 39 πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων. Σε αυτήν την εξουσία ο κ. Ολάντ έκανε μια χρήση αυθαίρετη όσο και μοναχική. Εκείνος αποφάσισε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενέπλεξε τη Γαλλία σε πολλές εξωτερικές συρράξεις, επέτρεψε τη δολοφονία απλών υπόπτων μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Είναι επίσης εκείνος που άλλαξε τον κώδικα εργασίας, υποχρεώνοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του να δεχθεί μια μεταρρύθμιση που αρνούνταν να υποστηρίξει (προσφυγή στο άρθρο 49-3 του Συντάγματος) και για την οποία ούτε η πλειοψηφία ούτε ο ίδιος είχαν λάβει εντολή από τον λαό (3). Χωρίς να ξεχνάμε και την αναμόρφωση του χάρτη των γαλλικών περιφερειών, τον οποία ο αρχηγός του κράτους σχεδίασε από το γραφείο του στο παλάτι των Ηλυσίων. Να λοιπόν κάτι που θέτει με ένταση το ζήτημα των θεσμών της 5ης Δημοκρατίας: ο Μπενουά Αμόν και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν (La France insoumise) δεσμεύτηκαν να το εξετάσουν, αλλά ο Φρανσουά Φιγιόν (Les Républicains) και ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν το συζητούν, όπως άλλωστε και η Μαρίν Λεπέν. Σε καμία άλλη δυτική δημοκρατία δεν υπάρχει τόση μεγάλη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου. Πέρα από τον –πραγματικό– κίνδυνο να υπάρξει κάποτε ένας Πρόεδρος λιγότερο «καλοπροαίρετος» από αυτόν που σήμερα απέρχεται, οι ηχηρές διακηρύξεις για τη γαλλική δημοκρατία οδηγούν σ’ ένα συμπέρασμα που η προεδρία του Φρανσουά Ολάντ έκανε πασιφανές: η μοναχική άσκηση της εξουσίας εδραιώνει την απεριόριστη δυνατότητα να ποδοπατείς τις δεσμεύσεις μιας προεκλογικής εκστρατείας, η οποία όμως θα έπρεπε να συμπυκνώνει την εντολή του κυρίαρχου λαού.
Ο Φρανσουά Ολάντ είχε δεσμευτεί να προασπίσει τη γαλλική σιδηρουργία, αλλά ενέκρινε το κλείσιμο του εργοστασίου της Φλοράνζ. Έπρεπε να είχε επαναδιαπραγματευθεί το ευρωπαϊκό σύμφωνο σταθερότητας, κάτι που εγκατέλειψε ήδη από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του. Υποσχόταν να «αναστρέψει την καμπύλη της ανεργίας» πριν από το τέλος του 2013, ενώ αυτή συνέχισε την άνοδό της για τρία ακόμη χρόνια. Ωστόσο, η αίσθηση προδοσίας που ρίζωσε στα πνεύματα προκλήθηκε χωρίς αμφιβολία εξαιτίας μιας φράσης που σημάδεψε την καμπάνια του 2012 και που ακούσαμε και ξανακούσαμε εκατό φορές από τότε: «Ο μόνος μου αντίπαλος είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας». Μόλις όμως εκλέχθηκε, ο Φρανσουά Ολάντ πήρε έναν πρώην τραπεζίτη των Ρότσιλντ για σύμβουλο, πριν του δώσει τα κλειδιά του υπουργείου Οικονομίας. Ο ευνοϊκός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη τον Εμμανουέλ Μακρόν είναι ακόμα πιο ανησυχητικός, καθώς ενέχει τον κίνδυνο να εκτοξεύσει στο υψηλότερο αξίωμα τον άξιο, αν και πατροκτόνο, κληρονόμο του απερχόμενου προέδρου με την απαράμιλλα χαμηλή δημοτικότητα. «Ο Εμμανουέλ Μακρόν είναι εγώ, ξέρει τι μου χρωστάει», πέταξε μια μέρα ο Φρανσουά Ολάντ. Σίγουρα ο Μακρόν δεν είναι σοσιαλιστής αλλά ούτε και ο Ολάντ είναι. Ο ένας το διακηρύττει, ο άλλος υπεκφεύγει. Οι δηλώσεις του πρώτου γυρίζουν την πλάτη σε μια αριστερή παράδοση που αποκήρυττε «το χρήμα» ή «τον χρηματοπιστωτικό τομέα», κάτι που όμως ανταποκρίνεται στις πεποιθήσεις του δεύτερου, όπως τις εξέφραζε το 1985 σε ένα βιβλίο με τίτλο «La gauche bouge» («Η Αριστερά κινείται»), που είχαν συγγράψει ο νυν υπουργός Άμυνας μαζί με τον Γενικό Γραμματέα του Μεγάρου των Ηλυσίων (4). Στο βιβλίο υπήρχε ήδη η αγαπημένη ιδέα του κ. Μακρόν, αν και θαμμένη κάτω από ένα σωρό κενών λέξεων, για μια νέα κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στην καλλιεργημένη μεσαία τάξη και τη φιλελεύθερη εργοδοσία, με συγκολλητικό ιστό την κοινή βούληση να εξαπλωθούν σε μια παγκόσμια αγορά. «Επιχειρηματικότητα» αντί για «κρατική βοήθεια», κέρδος αντί για προσόδους, μεταρρυθμιστές και εκσυγχρονιστές εναντίον εξτρεμιστών και αναχρονιστών, άρνηση της νοσταλγίας των «καμηλιέρηδων και των νερουλάδων»: ακούγοντας τον Μακρόν, νομίζεις ότι ακούς τον Μπιλ Κλίντον το 1990 ή τον Τόνι Μπλερ και τον Γκέρχαρντ Σρέντερ μερικά χρόνια αργότερα (5). Και, αν τον ακολουθήσεις, είναι σαν να αποδέχεσαι να συμμετάσχεις με ακόμη μεγαλύτερη τόλμη στον «τρίτο δρόμο» του νεοφιλελεύθερου προοδευτισμού. Σε εκείνον που εξαπάτησε το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αφήνοντάς τους να γλιστρήσουν στον γκρεμό όπου κείτονται σήμερα. «Το πρόγραμμα του Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο»
«Υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης» και «κόμμα των Βρυξελλών» ενάντια στους «πατριώτες»: η Μαρίν Λεπέν μάλλον παίρνει μεγάλη χαρά που η πολιτική αντιπαράθεση συμπυκνώνεται σε αυτήν τη διχοτομία. Βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος και πυλώνας της καμπάνιας Μακρόν, ο Ρισάρ Φεράν μοιάζει να προλαβαίνει τις επιθυμίες της: «Από τη μία είναι οι νεοεθνικιστές, αντιδραστικοί και υπέρμαχοι της εθνικής ταυτότητας. Και από την άλλη οι προοδευτικοί που πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι απαραίτητη» (6). Δεν είναι αθώα μια τέτοια δόμηση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Στόχος είναι, και από τις δύο πλευρές, να υποβαθμιστεί το ζήτημα των ταξικών συμφερόντων, τροφοδοτώντας τους μεν με τον τρόμο της «εθνικής ταυτότητας» και τους άλλους με «αντιδραστικές» προτροπές. Όσο όμως κι αν δεν αρέσει στους προοδευτικούς της αγοράς, εκείνοι που «θεωρούν την Ευρώπη απαραίτητη» έχουν κοινωνική ταυτότητα. Οι «αποσπασμένοι εργαζόμενοι» που δημιούργησε μια Οδηγία των Βρυξελλών το 1996, ο αριθμός των οποίων έχει δεκαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, είναι πιο συχνά εργαζόμενοι στην οικοδομή ή στα χωράφια παρά χειρουργοί ή αντικέρ. Εκείνο που «νομίζουν» τα θύματα αυτού του μηχανισμού είναι πρώτα και κύρια εκείνο που με φόβο αντιλαμβάνονται, δηλαδή ένα μισθολογικό ντάμπινγκ το οποίο απειλεί της συνθήκες της ύπαρξής τους. Γι’ αυτούς η Ευρώπη δεν συνοψίζεται στο πρόγραμμα Erasmus και στην «Ωδή στη χαρά». Ο Στίβεν Μπάνον, στρατηγικός πολιτικός αναλυτής του Ντόναλντ Τραμπ, κατάλαβε το όφελος που μπορούσε να έχει η εθνικιστική Δεξιά από τον κοινωνικό υποβιβασμό ο οποίος σχεδόν πάντα συνοδεύει τους εορτασμούς του παγκόσμιου χωριού. «Η καρδιά του πιστεύω μας είναι ότι είμαστε ένα έθνος με μία οικονομία και όχι μια κάποια οικονομία δεν ξέρω ’γω σε ποια παγκόσμια αγορά με ανοιχτά σύνορα. Οι εργαζόμενοι του κόσμου βαρέθηκαν να είναι υποταγμένοι στο κόμμα του Νταβός. Οι Νεοϋορκέζοι αισθάνονται πλέον πιο κοντά στους κατοίκους του Λονδίνου ή του Βερολίνου παρά σε εκείνους του Κάνσας ή του Κολοράντο και μοιράζονται με τους πρώτους την νοοτροπία μιας ελίτ που θέλει να υπαγορεύσει σε όλους τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κυβερνάται ο κόσμος (7)», εξηγεί. Όταν στις δημόσιες συγκεντρώσεις του, τις κατάσπαρτες με ευρωπαϊκές σημαίες, ο Μακρόν υμνεί την κινητικότητα, ζητά την «ανάκαμψη από τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών» και δεσμεύεται να καταργήσει το επίδομα ανεργίας όταν ο δικαιούχος αρνείται για δεύτερη φορά μια «αξιοπρεπή θέση (8)», πώς να διαχωρίσεις τις πολιτικές θέσεις του από τα συμφέροντα των ολιγαρχών του χρήματος και της γνώσης που αποτελούν το «κόμμα του Νταβός»; Εύκολα φαντάζεται κάποιος τη ζημιά στη δημοκρατία την οποία θα επέφερε μια πιθανή τηλεμαχία ανάμεσα σε αυτόν και τη Λεπέν, ακριβώς εκείνη που τα ΜΜΕ έχουν βαλθεί να προγραμματίσουν. Εδώ και είκοσι χρόνια η θεωρία της «χρήσιμης ψήφου» παρουσιάζει τα δύο κυρίαρχα κόμματα στις επάλξεις εναντίον μιας άκρας Δεξιάς, την οποία όμως τα ίδια ευνόησαν με τις επιλογές και τις συγκλίνουσες απόψεις τους. «Σήμερα, το σχέδιο του Εμμανουέλ Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο (9)», εκτιμά ο Μπενουά Αμόν. Όμως, αντίστοιχα, η δύναμη του ΕΜ ενίσχυσε το μονοπώλιο της εξουσίας των αντιπάλων του, μαζί και των σοσιαλιστών (10). Από το 1981, ο Φρανσουά Μιτεράν υπολόγιζε πώς μια ισχυρή Ακροδεξιά θα υποχρέωνε τη Δεξιά να συμπράξει μαζί της, με τον κίνδυνο να χάσει και η ίδια τα ποσοστά της (11). Ο ελιγμός αναστράφηκε τον Απρίλιο του 2002, όταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν βρέθηκε αντίπαλος με τον Ζακ Σιράκ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Από τότε η Δεξιά αρκεί να ξεπεράσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε οποιαδήποτε κάλπη, εθνική ή τοπική, για να γίνει αμέσως στα μάτια σχεδόν όλης της Αριστεράς ο αρχάγγελος της δημοκρατίας, του πολιτισμού, του γαλλικού κοσμικού κράτους.
Θεσμοί μοναρχικού τύπου που επιτρέπουν τέτοιες πονηριές και τέτοιες κυβιστήσεις, μια πολιτική ζωή μαγκωμένη από τον φόβο του χειρότερου, μέσα ενημέρωσης που αποδέχονται αυτές τις πονηριές ενώ ταυτόχρονα ταΐζουν αυτόν τον φόβο… Κι ύστερα υπάρχει και… η Ευρώπη. Η πλειονότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Γαλλίας είναι υποταγμένες σε αυτήν, κάτι που δεν εμποδίζει την προεκλογική εκστρατεία να διεξάγεται λες και ο επόμενος πρόεδρος θα μπορούσε να δράσει με πλήρη ελευθερία. Μια νίκη της Μαρίν Λεπέν θα μπορούσε να θέσει τέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση –η ίδια η υποψήφια μας προειδοποίησε: «Δεν θα γίνω η αντικαγκελάριος της κυρίας Μέρκελ». Αντίθετα, στην περίπτωση που ένα από τα φαβορί των εκλογών (και της Άνγκελα Μέρκελ), δηλαδή ο Φιγιόν ή ο Μακρόν, εγκατασταθεί στο Ελυζέ, η συνέχεια των προέδρων υπό τους οποίους έχουν υπηρετήσει θα είναι εξασφαλισμένη, η συνοχή με τους προσανατολισμούς της Κομισιόν θα διατηρηθεί και θα επικυρωθεί τόσο η γερμανική ηγεμονία όσο και ο ορντολιμπεραλισμός (12), με την πρώτη να παίζει τον ρόλο του υπεροπτικού φύλακα αγγέλου για τον δεύτερο. Η ερώτηση θα ήταν διαφορετική για τον Μπενουά Αμόν ή τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Αν εξαιρέσουμε τις ομοσπονδιακές τάσεις του πρώτου και τη στήριξή του στην ιδέα μιας πανευρωπαϊκής άμυνας, οι στόχοι τους μοιάζουν κοντινοί. Διαφέρουν όμως εντελώς τα μέσα για την επίτευξή τους, σε σημείο που οι δύο υποψηφιότητες γίνονται ανταγωνιστικές, διατρέχοντας η καθεμία τον κίνδυνο να μείνει έξω από την κούρσα. Με τον Μπενουά Αμόν είναι δύσκολο να αποφύγει κάποιος μια αίσθηση déjà-vu. Προσπαθώντας να συμβιβάσει την προσκόλλησή του στην Ε.Ε. και την ταυτόχρονη επιθυμία του να την δει να σπάει τον κύκλο της λιτότητας προς όφελος μιας πολιτικής περισσότερο ευνοϊκής προς την εργασία και το περιβάλλον και λιγότερο ανελέητης προς χώρες που τις πνίγει το χρέος τους όπως η Ελλάδα, ο υποψήφιος των σοσιαλιστών πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι ο επαναπροσανατολισμός στον οποίο προσβλέπει είναι δυνατός, ακόμα και στο πλαίσιο των σημερινών θεσμών. Ότι μπορούμε να «πετύχουμε απτά αποτελέσματα χωρίς να τα βάλουμε με ολόκληρη την Ευρώπη». Και βασίζει τις ελπίδες του σε μια ευρωπαϊκή Αριστερά που θα επανακτήσει την επιρροή της, ιδιαίτερα στη Γερμανία. Αυτή όμως είναι ακριβώς η ελπίδα που άφησε να σπιθίσει ο Φρανσουά Ολάντ πριν από πέντε χρόνια. Στις 12 Μαρτίου 2012, έκανε «επισήμως» τη δέσμευση, μπροστά στους Ευρωπαίους συντρόφους του που είχαν συγκεντρωθεί στο Παρίσι, να «επαναδιαπραγματευθεί το νέο ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας» στο οποίο είχαν συμφωνήσει Σαρκοζί και Μέρκελ. Λέγοντας: «Δεν είμαι μόνος μου, γιατί υπάρχει το προοδευτικό κίνημα στην Ευρώπη. Δεν θα είμαι μόνος μου γιατί υπάρχει η ψήφος του γαλλικού λαού που θα μου δώσει την εντολή». Η Σεσίλ Ντιφλό, που έγινε υπουργός Κατοικίας στην κυβέρνησή του, μας θυμίζει τη συνέχεια. «Όλος ο κόσμος περίμενε [ο Ολάντ] να ξεκινήσει το μπρα ντε φερ με την Άνγκελα Μέρκελ. (…) Θα γυρίζαμε επιτέλους την πλάτη στο δίδυμο Μέρκελ-Σαρκοζί. (…) Όσο φιλελεύθερος και άκαμπτος κι αν είναι, ο Ιταλός Μάριο Μόντι υπολόγιζε στη Γαλλία για να αντιστρέψει την τάση. Ο ιδιαίτερα συντηρητικός Μαριάνο Ραχόι έβλεπε στην εκλογή του Ολάντ την πιθανότητα να ξεσφίξει τη μέγγενη που έπνιγε την Ισπανία. Όσο για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, ήταν έτοιμες να ακολουθήσουν όποιον σωτήρα να ’ναι προκειμένου να αποφύγουν την καταστροφή (13)». Όλοι ξέρουμε τι έγινε τελικά. Στην ουσία, τίποτα που να μην έχει ήδη γίνει δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα (14). Εκείνη την εποχή, ο Φρανσουά Ολάντ ήταν στο τιμόνι του ΣΚ και ο Λιονέλ Ζοσπέν της κυβέρνησης. Λίγο νωρίτερα, ως πρελούδιο του ενιαίου νομίσματος, μόλις είχε γίνει η διαπραγμάτευση για το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», το οποίο προέβλεπε ένα σύνολο δημοσιονομικών μέτρων, μεταξύ τους και πρόστιμα σε περίπτωση υπερβολικών ελλειμμάτων. Όταν ήταν ηγέτης της αντιπολίτευσης, ο Λιονέλ Ζοσπέν δεν είχε παραλείψει να καταγγείλει το Σύμφωνο ως ένα «σούπερ Μάαστριχτ», μια «παράλογη υποχώρηση στη Γερμανία». Κι όμως, όταν έγινε πρωθυπουργός, τον Ιούνιο του 1997, αποδέχθηκε όλους τους όρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ, λίγες μέρες αργότερα. Ως αντίτιμο της συγκατάθεσής του, σύμφωνα με τον τότε υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί, είχε εξασφαλίσει «την πρώτη απόφαση για ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αφιερωμένο στην ανάπτυξη και την απασχόληση». Μια απόφαση με σημαντικότατα αποτελέσματα, όπως όλοι είδαμε στη συνέχεια. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση με πυρετό όποτε γίνονται εθνικές εκλογές Αμόν και Μελανσόν σκοπεύουν κι αυτοί να επαναδιαπραγματευτούν τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Θα έχουν άραγε τα μέσα αυτή τη φορά; Ο Μπενουά Αμόν δεν αμφισβητεί την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά ελπίζει να «εξελίξει το καταστατικό της». Συναινεί στον κανόνα του 3% του δημόσιου ελλείμματος, αλλά «επιθυμεί πολιτικές ανάκαμψης» συμβατές με τις οικολογικές φιλοδοξίες του. Προτείνει τη «θεσμοθέτηση μιας δημοκρατικής βουλής στη ευρωζώνη», αλλά δεν παραλείπει να διευκρινίσει αμέσως ότι «φυσικά θα δεχόμουν να το συζητήσουμε. Δεν θα πάω στο Βερολίνο ή αλλού να πω “ή αυτό ή τίποτα”, δεν έχει νόημα κάτι τέτοιο». Κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις αυτές απαιτούν τη σύμφωνη γνώμη όλων των Ευρωπαίων εταίρων και καμία τους δεν μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει τη στήριξη του Βερολίνου. Συνεπώς, ο Αμόν ελπίζει να τροποποιήσει τα δεδομένα χάρη σε ένα «τόξο συμμαχιών της ευρωπαϊκής Αριστεράς». Και απορρίπτει το ελάχιστα ενθαρρυντικό προηγούμενο του 2012: «Πιστεύω ότι οι Γερμανοί είναι πιο ανοιχτοί σήμερα απ’ ό,τι όταν ο κ. Ολάντ ανέλαβε την εξουσία». Ο φόβος της αποδιάρθρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη μία και η προοπτική της πολιτικής εναλλαγής στη Γερμανία από την άλλη θα ξαναμοίραζαν την τράπουλα προς όφελός του. «Ανήκω στο κόμμα της ελπίδας», παραδέχεται ωστόσο. Οι προσδοκίες όμως του Ζαν-Λυκ Μελανσόν έχουν αλλάξει από το 2012. Αφού «καμία προοδευτική πολιτική δεν είναι δυνατή» στην Ε.Ε. όπως αυτή είναι σήμερα, αν δεν μπορεί να υπάρξει «έξοδος σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές συνθήκες» ή μια ριζική αναδιατύπωσή τους (plan A), δεν αποκλείει πλέον τη «μονομερή έξοδο» (plan B). Καθώς δεν πιστεύει ιδιαίτερα σε μια επικείμενη και ταυτόχρονη άνοδο των δυνάμεων της Αριστεράς, οι οποίες έχουν μάλλον την τάση να υποχωρούν τα τελευταία χρόνια, η Γαλλία, δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Ένωσης, γίνεται στα μάτια του ο «μοχλός της ευρωπαϊκής μάχης». Ο Ζακ Ζενερέ, ένας από τους δύο υπευθύνους του προεδρικού προγράμματός του, συνοψίζει: «Η εξαναγκασμένη έξοδος της Γαλλίας θα σήμαινε πολύ απλά το τέλος και του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κανείς δεν ωφελείται από ένα τέτοιο ρίσκο. Κυρίως όχι η Γερμανία». Άρα, έστω και αν αρνηθεί να υποκύψει στους ευρωπαϊκούς κανόνες που θέτουν περιορισμούς στις οικονομικές προτεραιότητές της, «η Γαλλία μπορεί χωρίς φόβο, και αν το επιθυμεί, να παραμείνει στο ευρώ για όσο θελήσει (15)». Η Ευρωπαϊκή Ένωση στεκόταν εδώ και καιρό αδιάφορη μπροστά στις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, σίγουρη ότι ο βασικός προσανατολισμός των κρατών-μελών είναι «κλειδωμένος» από τις συνθήκες. Όμως, μετά την ψήφο για το «Brexit» και τη νίκη του Τραμπ, η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της. Μια Ένωση σε πυρετώδη κατάσταση παρακολουθεί πλέον κάθε εθνική κάλπη σαν να έπαιζε σ’ αυτήν τη ζωή της. Ακόμα και η νίκη ενός από τους Γάλλους υποψήφιους που την υποστηρίζουν δεν θα μπορούσε να την καθησυχάσει για πολύ. (Σ.τ.Μ.) Μορφή πολιτεύματος που βασίζεται στο Σύνταγμα. Η 5η Δημοκρατία διαδέχθηκε την 4η με το Σύνταγμα της 4ης Οκτωβρίου 1958. Gérard Davet και Fabrice Lhomme, «“Un président ne devrait pas dire ça… ”, Les secrets d’un quinquennat», Stock, Παρίσι, 2016. (Σ.τ.Μ.) Το άρθρο 49-3 του Συντάγματος επιτρέπει στην κυβέρνηση να κάνει αποδεκτό έναν νόμο χωρίς αυτός να ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο. Ομάδα που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Jean-François Trans. Βλ. Pierre Rimbert, «Toupie ou tout droit?», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2014. (Σ.τ.Μ) Υπουργός Άμυνας είναι ο Jean-Yves Le Drian και Γ.Γ. των Ηλυσίων είναι ο Jean-Pierre Jouyet, που συγκαταλέγονται μαζί με τον πρόεδρο στους πέντε συνολικά συγγραφείς τους βιβλίου. Βλ. «Le Grand Bond en arrière. Comment l’ordre libéral s’est imposé au monde», Agone, Μασσαλία, 2012. «Le Journal du dimanche», Παρίσι, 12 Μαρτίου 2017. Αναφέρεται από τον William Galston, «Steve Bannon and the “Global Tea Party”», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 1-3-2017. Δηλαδή για έναν μισθό που θα ήταν «αυξημένος κατά 20 %-25%» σε σχέση με το μισθό της προηγούμενης θέσης του. France 2, 9 Μαρτίου 2017. Βλ. «Le Front national verrouille l’ordre social», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2016. Βλ. Emmanuel Faux, Thomas Legrand et Gilles Perez, «La Main droite de Dieu. Enquête sur François Mitterrand et l’extrême droite», Seuil, Παρίσι, 1994. (Σ.τ.Μ.) Ο ορντολιμπεραλισμός (απλή μεταγραφή στα ελληνικά του όρου ordoliberalismus, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «εύτακτος φιλελευθερισμός») είναι η μεταπολεμική γερμανική εκδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, με κεντρικό δόγμα ότι η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς διασφαλίζεται μέσα από κάποιες παρεμβάσεις του κράτους και των νόμων. Cécile Duflot, «De l’intérieur. Voyage au pays de la désillusion», Fayard, Παρίσι, 2014. Βλ. «Quand la gauche renonçait au nom de l’Europe» και «L’audace ou l’enlisement», «Le Monde diplomatique», Ιούνιος 2005 και Απρίλιος 2012 αντίστοιχα. Από το δεύτερο βλ. το απόσπασμα που δημοσιεύουμε σήμερα. Jacques Généreux, «Les Bonnes Raisons de voter Mélenchon», Les Liens qui libèrent, Παρίσι, 2017.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Το ακορντεόν του Κολωνού

Το ακορντεόν του Κολωνού Μπελαβίλας Νίκος JAMES BOSWELL, Σχέδιο όρθιου άντρα που παίζει ακκορντεόν(1942) Ήταν σίγουρο ότι η πρώτη σχολική μέρα των προσφυγόπουλων θα είχε ζόρια. Τα εύκολα λόγια γράφονται σε άρθρα και προκηρύξεις, αλλά όταν ξεκινάς να μιλήσεις με γονείς, δασκάλους, δημάρχους, γονείς προσφυγόπουλων, τότε αντικρίζεις την πραγματική και δύσπιστη κοινωνία. Θες δεν θες. Γιατί χωρίς σχολεία, δήμους που συναινούν, τα παιδιά δεν παν σχολείο, δεν πα' να ’χουν το δικαίωμα. Ούτε με Έλληνες γονείς που κλειδώνουν τις πόρτες με λουκέτα. Χρειάστηκαν έξι μήνες δουλειάς για να καταγραφούν τα παιδιά, να αποκτηθεί η άγνωστη γνώση της εκπαίδευσης διαφορετικών ομάδων, εθνοτήτων, γλωσσών, θρησκειών, ηλικιών σε ανόμοιες συνθήκες. Να οργανωθεί ένα ασφαλές, παιδαγωγικά σωστό σχέδιο. Να βρεθούν χρήματα, οχήματα μεταφοράς, συνοδοί, δάσκαλοι, να γίνουν παντού εμβολιασμοί. Για όλα τα προσφυγόπουλα. Γιατί άλλο είναι μια δεκάδα παιδιά φιλοξενούμενα σε ανοιχτές δομές ή σε αλληλέγγυους στην Αθήνα δίπλα σε δεκάδες σχολεία κι άλλο χίλια παιδιά σε ένα camp δίπλα σε χωριά που δεν έχουν σχολικές αίθουσες. Άλλο είναι η Κόνιτσα, η Μυρσίνη, το Τσεπέλοβο, με τους ξενώνες, τις πολύ καλές συνθήκες, τους ικανούς ανθρώπους και τους φιλικούς δημάρχους, τους εθελοντές δασκάλους. Άλλο είναι το Καρά Τεπέ, ο Ελαιώνας, το Λαύριο, το Σχιστό, τα Διαβατά, τα μεγάλα camps, με τη σημαντική εκπαιδευτική δουλειά που έγινε τόσο καιρό, την ομαλή και σταθερή σχέση ανθρώπων υπηρεσιακών, αυτοδιοικητικών, εθελοντών, τη σταθερή στήριξή τους από τις τοπικές κοινωνίες. Και άλλο το χάος του Κατσικά, του Κουτσόχερου, των κέντρων με τις πολύ κακές συνθήκες και τους πολύ μεγάλους πληθυσμούς. Ετοιμάστηκε το σχέδιο της εκπαίδευσης, επελέγησαν τα πρώτα σχολεία, παράλληλα με την ολοκλήρωση των εμβολιασμών, στήθηκε ένας περίπλοκος μηχανισμός που περιλαμβάνει τρία υπουργεία και δύο διεθνείς οργανισμούς. Με ευκολία; Όχι, το αντίθετο. Xωρίς λάθη; Ούτε. Αντίθετα, με πάρα πολλά. Εντελώς άγνωστο πεδίο, πρωτοφανές για όλους όσοι δουλεύουν σε αυτό. Όμως στην Ελλάδα για να στηθεί ένα τέτοιο θεσμικό - επιχειρησιακό σχέδιο και να εφαρμοστεί, χρειάζονται δυο - τρία χρόνια. Στην περίπτωση των προσφυγόπουλων, κατορθώθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Φτάσαμε στο πρώτο κουδούνι. Το πρόγραμμα προχωράει πόλη - πόλη, σχολείο - σχολείο. Εμβολιασμοί, μεταφορές, συνοδοί, εκπαιδευτικοί. Στόχος να καλυφθούν όλα τα φιλοξενούμενα παιδιά.
Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, στη Θεσσαλονίκη, την Κόνιτσα, στο Λαύριο, στον Ταύρο, στα Πετράλωνα, υποδέχθηκαν τα παιδιά με κεράσματα και εκδηλώσεις. Σε ένα όμως από τα σχολεία, σε μια γειτονιά της Αθήνας, στον Κολωνό, μια ομάδα 10-15 γονέων και ένας ειδοποιημένος κάμεραμαν είχαν ετοιμαστεί να κλειδώσουν το σχολείο. Ο σχολικός διευθυντής, δύο γενναίες εκπαιδευτικοί και οι δάσκαλοι προσπαθούσαν από το πρωί να αντικρούσουν, σε μια ατέρμονη συζήτηση, ανακρίβειες, ψέματα, ανοησίες, όπως “όχι μόνο να βεβαιώσετε ότι είναι εμβολιασμένα, αλλά ότι είναι και υγιή”. Να ηρεμήσουν λίγους φανατικούς που δημιουργούσαν τεχνητό κλίμα μπροστά στην κάμερα, φωνάζοντας ότι τα παιδιά «θα καταστρέψουν τις εικόνες και τα ντουβάρια». Μύριζε Μεσαίωνα, αμορφωσιά και αγριότητα εκείνο το μεσημέρι. Τα παιδιά έμειναν στο λεωφορείο, αναμένοντας για να μην κινδυνεύσουν μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση. Ώσπου από το πουθενά εμφανίστηκε ένας δάσκαλος με ένα ακορντεόν, πήρε μαζί με τις συνοδούς, τα παιδιά από το λεωφορείο και άρχισε να προχωράει μαζί τους προς την πύλη του σχολείου. Δίπλα του ένα παλικάρι και ένας μεσήλικας από τους αλληλέγγυους της περιοχής, εκπαιδευτικοί και εθελοντές φοιτητές των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τους πρόσφυγες. Τη στιγμή που το χαρούμενο αυτό τσούρμο έμπαινε στο σχολείο υπό τους ήχους αιγαιοπελαγίτικου συρτού, οι άλλοι κατάλαβαν ότι είχαν χάσει! Όχι όλοι. Ένας τους ξεπετάχτηκε από την ομάδα, όρμησε και χτύπησε τον δάσκαλο μουσικό από πίσω, στο κεφάλι. Η στιγμιαία σκηνή που ο ακορντεονίστας χτυπιέται στην είσοδο του σχολείου αποτυπώθηκε στα βίντεο των social media της ίδιας μέρας. Ο δάσκαλος δεν έκανε πίσω. Συνέχισε. Τα παιδιά μπήκαν και ξεκίνησαν τα μαθήματα, όπως και σε όλα τα άλλα σχολεία. Όλη η σύγκρουση των ιδεών του Διαφωτισμού, του ουμανισμού, της ανεκτικότητας, με τις σκοτεινές ιδέες του μίσους και της βίας συμπυκνώθηκε σε ένα περιστατικό εξόχως συμβολικό. Ο φανατισμένος τραμπούκος εναντίον μικρών μαθητών και του δασκάλου τους που παίζει μουσική. Η ιστορία του ρατσιστικού μίσους σε λίγα δευτερόλεπτα.

To Grexit και οι αριστεροί «ανάποδοι οδηγοί»

πηγή: Αυγή To Grexit και οι αριστεροί «ανάποδοι οδηγοί» Η συντηρητική αντιπολίτευση στην Ελλάδα έκανε μία ανακάλυψη που ενθουσίασε: «Η επικεφαλής του κόμματος της γερμανικής Αριστεράς Σάρα Βάγκενκνεχτ προτείνει την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη» αγανακτούσε η Νέα Δημοκρατία σε δελτίο Τύπου της στις 22 Φεβρουαρίου. grexit_0_0.jpg Facebook Twitter Το άρθρο του Νιλς Καντρίτσκε, ο οποίος είναι καλός γνώστης της κατάστασης στη χώρα μας, αφού κατά το ήμισυ του χρόνου διαμένει στην Ελλάδα, δημοσιεύτηκε μόνο στη γερμανική έκδοση της «Le Monde diplomatique» και άρα απευθύνεται αποκλειστικά στο γερμανικό κοινό. Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές θα μπορούσε κάποιος να υποψιαστεί ότι τα επιχειρήματα που παρουσιάζει για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ δεν στοχεύουν τόσο στο να επιβεβαιώσουν την ορθότητα της θέσης, όσο να ξεκαθαρίσουν -στη διάρκεια της μακράς γερμανικής προεκλογικής περιόδου- ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει άλλη στόχευση. Του Niels Kadritzke* Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης Η συντηρητική αντιπολίτευση στην Ελλάδα έκανε μία ανακάλυψη που ενθουσίασε: «Η επικεφαλής του κόμματος της γερμανικής Αριστεράς Σάρα Βάγκενκνεχτ προτείνει την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη» αγανακτούσε η Νέα Δημοκρατία σε δελτίο Τύπου της στις 22 Φεβρουαρίου. Και απηύθυνε στο κυβερνών κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, την ερώτηση του ιεροεξεταστή: «Γνώριζε ο κ. Τσίπρας την επίσημη θέση του κόμματος της γερμανικής Αριστεράς, όπως τη διατύπωσε η επικεφαλής του;».1 Επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο η Ν.Δ. παρέβλεπε δύο σημεία: Πρώτον, ότι η αξίωση για Grexit δεν είναι σε καμία περίπτωση «η επίσημη θέση» του γερμανικού κόμματος, το οποίο βρίσκεται πολιτικά «κοντά» στον ΣΥΡΙΖΑ. Και, δεύτερον, ότι η Βάγκενκνεχτ δεν «πρότεινε» Grexit, αλλά υποστήριζε -κι όχι για πρώτη φορά- ότι μια οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας θα ήταν «κατά πάσα πιθανότητα πολύ ευκολότερη» χωρίς τον «κορσέ» του κοινού νομίσματος.2 Εκτός αυτού η Ν.Δ. ξέχασε, στο ερώτημά της για τη «σύντροφο Βάγκενκνεχτ», να αναφερθεί και στον δικό της σύντροφο, συγκεκριμένα τον «σύντροφο από το CDU Βόλφγκανγκ Σόιμπλε“, τον οποίο λίγο καιρό νωρίτερα είχε ευγενώς επισκεφθεί ο επικεφαλής της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, ο οποίος είναι σαφώς ισχυρότερος από την κυρία Βάγκενκνεχτ, ακολουθεί εδώ και χρόνια, με τη βοήθεια της απειλής του Grexit, μια ξεροκέφαλη ευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας, η οποία στο κόμμα του τυγχάνει προφανώς της έγκρισης της πλειοψηφίας. Αντιθέτως, στο θέμα του Grexit η Βάγκενκνεχτ δεν εκπροσωπεί ούτε το κόμμα της ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ. Ίσως, περισσότερο ένα τμήμα της αριστερής «κοινής γνώμης» στις δύο χώρες. Στην Ελλάδα έξοδο από το ευρώ ζητούν μόνο τρία πολιτικά κόμματα. Δύο εξ αυτών ανήκουν στο αριστερό φάσμα και μάλιστα -και λόγω αυτού του ζητήματος- αποσχίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ,3 ενώ το τρίτο είναι η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Μία ομολογουμένως περίεργη εναρμόνιση μεταξύ ριζοσπαστικών αριστερών και δεξιών εξτρεμιστικών δυνάμεων και κινήτρων. Χρήζει ωστόσο εξήγησης και αυτή η εγγύτητα (απόψεων) μεταξύ Βάγκενκνεχτ και Σόιμπλε. Οι αριστεροί υποστηρικτές του Grexit είναι κυρίως δηλωμένοι ευρωσκεπτικιστές, οι οποίοι αντιτίθενται στο «ευρωπαϊκό σχέδιο» ή επιθυμούν να το αναδομήσουν δραστικά. Οι ίδιοι δεν θεωρούν ότι η Ευρωζώνη έχει μέλλον. Έχουν οι αριστεροί υποστηρικτές του Grexit ένα καλύτερο σχέδιο για να ξεπεραστεί η κρίση ή τουλάχιστον καλύτερο για την πλειονότητα όσων πλήττονται; Μια αριστερή απάντηση θα έπρεπε, ιδίως στη σχέση της με την πραγματικότητα, να διαφοροποιείται από τις «δεξιές» ιδέες. Γι’ αυτό αποτελεί όντως πρόβλημα για αριστερούς να βρίσκονται στην ίδια βάρκα με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, ο οποίος μάλιστα ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την καλύτερη «εναλλακτική λύση για την Ελλάδα».
Τα κίνητρα για την προσπάθεια του Σόιμπλε να εξωθήσει την Ελλάδα από τη νομισματική Ένωση δεν ήταν πάντοτε τα ίδια. Στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών είχε τεθεί προς επεξεργασία ένα Plan B ήδη από το 2010, όταν η μισή Ευρώπη προέβαινε σε εικασίες σχετικά με το «Greccident», την απρογραμμάτιστη έξοδο από το ευρώ μετά από κρατική χρεοκοπία. Πόσο συγκριμένα είχε εξετάσει το Βερολίνο το θέμα του Grexit ήταν κάτι που η ελληνική κυβέρνηση το έμαθε για πρώτη φορά στις 16 Σεπτεμβρίου 2011. Στο περιθώριο της Συνδιάσκεψης των υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε. στο Μπρεσλάου ο Σόιμπλε είχε τότε «πάρει παράμερα» τον Έλληνα ομόλογό του Ευάγγελο Βενιζέλο για να τον πείσει σχετικά με μία «ήπια» έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Μάλιστα τότε είχε προχωρήσει και σε λεπτομέρειες: μετατροπή όλων των τραπεζικών καταθέσεων πάνω από 3.000 ευρώ στο νέο νόμισμα, capital controls, αναλήψεις σε μετρητά της τάξης των 50-100 ευρώ κατά κεφαλήν εβδομαδιαίως, έκτακτη παροχή βοήθειας σε τρόφιμα, μία «αερογέφυρα» για φάρμακα.4 Ο Βενιζέλος απέρριψε άναυδος το αίτημα. Αλλά τα σαφώς διατυπωμένα σχέδια του έδωσαν να καταλάβει ότι δεν επρόκειτο απλώς για έναν προειδοποιητικό πυροβολισμό ώστε να τρομάξουν οι Έλληνες. Επρόκειτο για ένα στρατηγικό μοντέλο σκέψης. Το ποια μορφή είχε αυτό, το έμαθε και ο Τίμοθι Γκάιτνερ στα τέλη του Ιουλίου 2012, όταν επισκέφθηκε τον ομόλογό του Σόιμπλε στο νησί Σιλτ της Γερμανίας. Πολλοί στην Ευρώπη θεωρούσαν «την αποχώρηση της Ελλάδας ως μία επιθυμητή στρατηγική», είχε εξηγήσει ο Σόιμπλε στον καλεσμένο του. Ένα Grexit θα έπρεπε, κατ’ αυτόν, να είναι τόσο «τραυματικό», ώστε τα άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε., τρομαγμένα, να «παραιτηθούν από (την αξίωση για) περισσότερη κυριαρχία». Ο ψυχρός υπολογισμός ήταν ο εξής: «Εάν κάποιος αφήσει την Ελλάδα να καεί, θα είναι ευκολότερο να επανοικοδομήσει μία ισχυρότερη Ευρώπη με ένα πιο αξιόπιστο φίλτρο προστασίας».5 Υπό την έκφραση «παραίτηση από την κυριαρχία» εννοείτο η διαθεσιμότητα των κρατών να υποταχθούν στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, την οποία ο Σόιμπλε θεωρούσε ως μοναδική συνταγή για τη διαχείριση της κρίσης της Ε.Ε. Το Grexit θα διαχώριζε την ήρα από το στάρι. Στη συνέχεια κάθε χώρα που θα ήθελε να παραμείνει στο ευρώ θα έπρεπε να λάβει τις αποφάσεις της. Και η Ελλάδα; Θα ήταν απλώς μια παράπλευρη απώλεια στον αυτοκινητόδρομο που θα οδηγούσε στη γερμανική Ευρώπη. Ο Σόιμπλε αναχαιτίστηκε κατ’ αρχάς από τις χρηματαγορές, οι οποίες προκαταλάμβαναν τις αρνητικές συνέπειες για την Πορτογαλία, την Ισπανία και πιθανώς και την Ιταλία.6 Η επόμενη επίθεσή του με στόχο το Grexit ήρθε μόλις το 2015, όταν η Ελλάδα βρισκόταν και πάλι στον γκρεμό και η κυβέρνηση Τσίπρα εκαλείτο να υπογράψει τις υπαγορεύσεις της τρόικας. Τότε ο Σόιμπλε διατύπωσε την απειλή του τόσο βίαια, σε βαθμό που σοκαρίστηκαν και πολλοί εταίροι της Ε.Ε. Εάν ο Τσίπρας δεν συμμορφωθεί, έλεγε το τελεσίγραφο της 10ης Ιουλίου, τότε θα έπρεπε «να προταθούν στην Ελλάδα ταχείες διαπραγματεύσεις για ένα time-out από την Ευρωζώνη με πιθανές ελαφρύνσεις του χρέους... για μία περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών».7 Το ποιος σταμάτησε τότε την τελευταία στιγμή τον Σόιμπλε (ήταν ο Ολάντ, ο Τουσκ, η Μέρκελ;), είναι κάτι που θα πρέπει να εξακριβώσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος. Ένα όμως είναι ξεκάθαρο: εάν ο Τσίπρας δεν είχε συνθηκολογήσει, θα είχε έρθει το Grexit. Για τον λόγο αυτόν ο Τσίπρας καταδικάζεται ακόμη σήμερα στην Ελλάδα και την Ευρώπη από ορισμένους αριστερούς ως Ιούδας. Πολύ συχνά πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι νωρίτερα ανοήτως τον είχαν πανηγυρικά ανακηρύξει σε Τσε Γκεβάρα της Μεσογείου. Εν τω μεταξύ, ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έχει ποτέ εκφραστεί υπέρ του Grexit. Για το κατά πόσο είχε εξετάσει κρυφά αυτή τη λύση ερωτήθηκε σε συνέντευξη από την «Εφημερίδα των Συντακτών». Η αντερώτηση του Τσίπρα ήταν η εξής: «Με ρωτάτε εάν σκέφτηκα ποτέ να θέσω εγώ θέμα εξόδου της χώρας μας από την Ευρωζώνη. Αυτό δηλαδή που έθετε ο πιο σκληρός εκπρόσωπος της άλλης πλευράς; Μα αυτό θα ήταν ή ανοησία ή πραγματική προδοσία».
8 Η απάντηση ακούγεται ειλικρινής, παραπέμπει όμως σ’ ένα μεγάλο πρόβλημα: το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα έχει πράγματι μετά από επτά χρόνια κρίσης καταρρεύσει. Επιπλέον η απειλή του Grexit δεν έχει σε καμία περίπτωση φύγει ως θέμα απ’ το τραπέζι. Ακόμη και στην τωρινή διαπραγματευτική κρίση ο Σόιμπλε εξήγησε ότι οι πιστωτές θα πρέπει να συνεχίσουν το «pressing» τους στους Έλληνες, διαφορετικά οι τελευταίοι θα πρέπει να αποχωρήσουν από την Ευρωζώνη.9 Τη δεύτερη αυτή εναλλακτική υπερψηφίζει σήμερα ποσοστό 52% του γερμανικού πληθυσμού και 75% των υποστηρικτών του ακροδεξιού κόμματος AfD.
Υπό μία έννοια η επιλογή του Σόιμπλε αναφορικά με το Grexit εμφανίζεται σήμερα περισσότερο απειλητική απ’ ό,τι το 2015. Ταιριάζει στο σενάριο που κατευθύνεται προς μία «Ευρώπη των προθύμων», δηλαδή μια Ε.Ε. διαφορετικών ταχυτήτων: η Γερμανία και άλλα κράτη του πυρήνα της Ε.Ε. στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας, τα κράτη του Νότου και άλλοι ουραγοί στη λωρίδα αργής κυκλοφορίας και στη βοηθητική λωρίδα να στέκονται όσοι έχουν παρουσιάσει βλάβη και περιμένουν την οδική βοήθεια του ΔΝΤ. Εάν όντως επικρατήσει αυτό το σενάριο, προς το οποίο στο μεταξύ προφανώς φαίνεται να τείνει και η Άνγκελα Μέρκελ, οι αριστεροί ευρωσκεπτικιστές, για τους οποίους ένα κοινό νόμισμα χωρίς κοινή φορολογική πολιτική και ευρωομόλογα δεν είχε ποτέ μέλλον, θα δικαιώνονταν. Εναλλακτική πρόταση, ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, δεν φαίνεται να υπάρχει. Η επιστροφή στο δικό της, έντονα υποτιμημένο, νόμισμα θα ήταν για την ιδιαίτερα υπερχρεωμένη και αδύναμη εξαγωγικά χώρα μία έξοδος κινδύνου με τεράστια ρίσκα. Αυτό το αναγνωρίζει και ο εξυπνότερος των ευρωσκεπτικιστών. Σε αθηναϊκή εφημερίδα ο Χάινερ Φλάσμπεκ εξέφρασε την απόλυτη κατανόησή του για το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα αρνήθηκε τη «βουτιά στο άγνωστο». Όπως ανέφερε, δεν περίμενε ούτως ή άλλως ποτέ κάτι τέτοιο, γιατί ένα αδύναμο κράτος όπως είναι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να τολμήσει την έξοδο από το ευρώ πρώτη, δηλαδή πριν από την Ιταλία ή τη Γαλλία.11 Αλλά και οικονομολόγοι έχουν περιγράψει πολύ συγκεκριμένα τις συνέπειες ενός Grexit. Αυτές εκτείνονται από «βραχυπρόθεσμες» αναταράξεις που θα μπορούσαν να διαρκέσουν χρόνια έως και στο δομικό πρόβλημα πώς μία αποβιομηχανισμένη χώρα με αδύναμο νόμισμα μπορεί να οικοδομήσει μία βιώσιμη εξαγωγική οικονομία. Εκτός αυτού, η πληθωριστική δραχμή θα διευκόλυνε τους Έλληνες κατόχους καταθέσεων (σε ξένες τράπεζες) -και τους ξένους επενδυτές- στο «μεγάλο φαγοπότι» εις βάρος των Ελλήνων της δραχμής.12 Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε επίσης να σκεφτούν οι αριστεροί υποστηρικτές του Grexit. Τo κρίσιμο ερώτημα όμως είναι άλλο: Από πού θα έρθουν τα χρήματα για να χρηματοδοτηθούν οι απόλυτα συνηθισμένες κρατικές λειτουργίες; Για να μην μιλήσει κανείς για ένα ελάχιστο κοινωνικό κράτος, το οποίο στην Ελλάδα μέχρι τώρα δεν υπάρχει, επειδή οι οικονομικοί πόροι απορροφήθηκαν από ένα διεφθαρμένο πελατειακό σύστημα, προ πάντων από έναν, στο μεγαλύτερό του μέρος, αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα, τον οποίο ποτέ κανείς δεν τόλμησε να αξιολογήσει; Where is the money? Αυτό ισχύει και για το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, το οποίο θα οξυνόταν περαιτέρω με ένα αδύναμο νόμισμα. Η κλασική αριστερή απάντηση για το κούρεμα χρέους δεν είναι απάντηση. Καθότι μια χώρα με νόμισμα τη δραχμή θα δημιουργούσε, χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις, διαρκώς νέα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία με τη σειρά τους θα έπρεπε -όπως και οι αναγκαίες εισαγωγές- να χρηματοδοτούνται με ομόλογα σε σκληρά νομίσματα. Αυτά όμως θα κόστιζαν πολύ ακριβά.
13 Το μεγάλο ψέμα των υποστηρικτών του Grexit είναι άρα η ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα με τη δραχμή θα γινόταν και πάλι ένα κυρίαρχο κράτος. Κυρίαρχη θα γινόταν μάλλον πολύ περισσότερο η αγορά ομολόγων, η οποία θα υπαγόρευε τους όρους ακόμη πιο σκληρά απ’ ό,τι το κάνουν οι σημερινοί πιστωτές. Η έξοδος από το ευρώ θα ήταν μόνο ένα άλλοθι ώστε να διώξει κανείς από μπροστά του τα συγκεκριμένα προβλήματα. * Ο Niels Kadritzke είναι δημοσιογράφος

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Πρόβα νυφικού ή προβα τάφου


Λαμπαδάριος Διονύσιος Δημοσίευση:στην ΑΥΓΗ 14 Ιανουαρίου 2017 Ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ με τις ισχνές δεσμεύσεις του 35% στην κυβέρνηση και με τις καθημερινές μάχες σε όλη την «ατζέντα» και με περιορισμένο αριθμό στελεχών εξουσίας παλεύει στη ζυγαριά της επικαιρότητας σε κάθε καραούλι και επίπεδο εξουσίας. Θα σταθώ επίτηδες μόνο σε αρνητικά, γιατί ακόμα ευτυχώς, παρά τους όρκους διαστρέβλωσης και σιωπής των καναλαρχών, είναι εμφανή τα θετικά. Η διαπλοκή, ο πίθος των οικονομικών Δαναΐδων, η συστηματική απεργία επενδύσεων του ελληνικού ΣΕΒ, αυτού που ονειρεύεται την αποχώρηση από την Ευρωζώνη, είναι οι κύριες αιτίες της κρίσης από την οποία επωφελήθηκαν οι ξένοι για να επιβάλουν στη χώρα μας τα μαρτύρια του Ταντάλου, την εξαθλίωση της αποικίας χρέους. Βρήκαν και οι φαρμακευτικές εταιρείες ευεπίφορους δημόσιους λειτουργούς, βρήκαν και οι μικρομεσαίοι απατεωνίσκοι ατιμωρησία, βρήκαν και οι πολυεθνικές που κερδίζουν από τη χώρα να φορολογούνται σε Λουξεμβούργο και εξωχώριες. Ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ με τις ισχνές δεσμεύσεις του 35% στην κυβέρνηση και με τις καθημερινές μάχες σε όλη την «ατζέντα» και με περιορισμένο αριθμό στελεχών εξουσίας παλεύει στη ζυγαριά της επικαιρότητας σε κάθε καραούλι και επίπεδο εξουσίας. Θα σταθώ επίτηδες μόνο σε αρνητικά, γιατί ακόμα ευτυχώς, παρά τους όρκους διαστρέβλωσης και σιωπής των καναλαρχών, είναι εμφανή τα θετικά. Τα κότερα άνω των 12 μέτρων αφορολόγητα, τα γηροκομεία χωρίς άδεια, οι νοσηλείες μιας μέρας χωρίς υποχρέωση φορολογικών παραστατικών. Για να ελέγξεις σιτιζόμενους σε πολυεθνικές κρατικούς υπαλλήλους έπρεπε να στείλουν ένα πόρισμα από γενικούς επιθεωρητές δημόσιας διοίκησης σε ΣΔΟΕ, σε ΕΟΦ, σε οικονομικούς εισαγγελείς, σε κάποιες “ανεξάρτητες” αρχές και σε ανακρίτριες Αρείου Πάγου.
Ω, θεοί της Δικαιοσύνης, προσλάβατε τους νέους πρωτοδίκες, ελέγξτε τα πόθεν έσχες των διαφωνουσών πέντε δικαστικών ενώσεων, σκαλώσατε στην Ελληνική πολυδαίδαλη γραφειοκρατία που καθυστερεί τις μεγάλες δίκες οικονομικού ενδιαφέροντος, υπερφορολογεί προϊόντα και τριγωνίζει τις συναλλαγές μέχρι να χαθούν τα ίχνη των κερδών. Οι καναλάρχες δουλεύουν χωρίς πόθεν έσχες, με αεροδάνεια τραπεζών και χωρίς άδειες λειτουργίας. Τον συσχετισμό 14-11, αιώνιο μνήμα της ελληνικής κακοδικίας τον ήξεραν μήνες πριν πολιτικοί αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ που λυσσομανούσαν να κρατήσουν βολική καθυστέρηση. Ούτε σαν τους πληρωμένους διαιτητές της παράγκας του ελληνικού ποδοσφαίρου. Κάποιοι καναλάρχες ανανεώνονταν και δούλευαν ρίχνοντας χρήμα στο μη αδειοδοτηθέν κανάλι τους από τον Σεπτέμβριο του 2015 γιατί ήξεραν από καλό λάδι και ας δηλώνουν κάτοικοι Αλβανίας, με άκρες βέβαια και εκεί.
Αν δεν σπάσουν αυγά, ομελέτα -παραγωγή και ανάπτυξη- δεν τρώμε. Σε τομείς όπως τα δημόσια έργα, τα μετρό Θεσσαλονίκης, τα εργοστάσια ζάχαρης πετυχαίνουμε. Στα εργοστάσια λιπασμάτων, στα σκουπίδια της Πελοποννήσου, στον έλεγχο της ακτοπλοΐας και τον διαχωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος ή τις διοικήσεις τραπεζών και ΤτΕ πάμε κατά διαόλου. Έχουμε την κυβέρνηση αλλά όχι την εξουσία των υπολειτουργούντων θεσμών της Δημοκρατίας. Όταν τα νομοσχέδια περιμένουν έγκριση από τους οικονομικούς δολοφόνους τύπου Τόμσεν, όταν το Κυπριακό και η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων λογοδοτούν στις εγγυήσεις του ετοιμόρροπου θηρίου αυταρχισμού τύπου Ερντογάν, όταν το δημοσιονομικό έλλειμμα κανοναρχείται από δυναμικές μειοψηφίες φοροφυγάδων ονειρεμένων βουλγαροφορολογούμενων αρπακτικών και η αγορά εργασίας «προκόβει» από άπιαστους ατιμώρητους σαλεπιτζήδες, οι άνεργοι θα γυρίσουν αργά ή γρήγορα σε άλλες λύσεις πολιτικά τραβηγμένες από μεσαιωνική τρομοκρατία και προδιαφωτιστική ιδεοληψία. * Ο Δρ Διονύσης Λαμπαδάριος είναι χειρουργός ΠΕΔΥ Νέου Κόσμου

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Παλιό καλό Αμπέλι

Παλιό, καλό αμπέλι Καρτερός Θανάσης Δημοσίευση:ΑΥΓΗ την 01 Ιανουαρίου 2017 2017! Άμα έχεις γεννηθεί κάπου στα τέλη της δεκαετίας του σαράντα, ένα σφίξιμο σε πιάνει όσο και να 'ναι, πρωτοχρονιάτικα. Βρε πώς φεύγουν τα χρόνια, τα καημένα τα νιάτα, τι γρήγορα που περνούν, και λοιπά. Πρωτοχρονιά του εξήντα οχτώ στις φυλακές Λευκάδας, Πρωτοχρονιά του εξήντα εννιά στις φυλακές Αβέρωφ, Πρωτοχρονιά του εβδομήντα, στον Κορυδαλλό. Με τον Κύρκο, τον Φαράκο, τον Φιλίνη. Και τους τότε νέους που τώρα βολοδέρνουν στις ακτές της τρίτης ηλικίας, μεταξύ επιθυμίας και δυνατότητας. Όσοι στάθηκαν τυχεροί και βολοδέρνουν ακόμα, γιατί δεν είναι και λίγοι εκείνοι που έφυγαν με το μαύρο καράβι.
Ποιος να το φανταζόταν, όταν στηνόταν ο Συνασπισμός, όταν πέφταμε στην αγκαλιά του Μητσοτάκη, όταν γινόταν μπάχαλο το ΚΚΕ, όταν εξελισσόταν ο συλλεκτικός ΣΥΝ σε πολυσυλλεκτικό ΣΥΡΙΖΑ, ότι μια μέρα αυτό το μικρό κόμμα, αυτή η κυνηγημένη από τους εχθρούς και τον εαυτό της παράταξη, θα κέρδιζε εκλογές και θα γινόταν κυβέρνηση. Άκου κυβέρνηση! Θα σε έπαιρναν στο ψιλό αν το έλεγες. Ακόμα κι αν το σκεφτόσουν, θα έπαιρνες εσύ τον εαυτό σου στην πλάκα, την εποχή της μάχης για το καταραμένο 3%. Μπαίνουμε δεν μπαίνουμε, κι αν μπούμε πώς ξαναμπαίνουμε; Και Μαρία με τα κίτρινα, ποιον αγαπάς καλύτερα. Επειδή, όμως η Ιστορία είναι πιο απρόβλεπτη, και πιο εφευρετική απ’ όλους, να που συνέβη κι αυτό. Συνέβησαν και οι εκλογές, και το δικό μας Μνημόνιο, και οι δεύτερες εκλογές, και οι αριστεροί υπουργοί, και ο αριστερός πρωθυπουργός, και οι ΑΝ.ΕΛΛ., και η προσφώνηση «σύντροφε», ή «συντρόφισσα» στο Μαξίμου, και ό,τι δεν υπήρξε ποτέ ούτε ως όνειρο. Μερικά ούτε ως εφιάλτης, για να είμαστε ειλικρινείς. Διότι η αριστερή πλειοψηφία προέκυψε όταν οι «άλλοι» είχαν πλημμυρίσει τη χώρα σκατά. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την καθαριότητα - και δυστυχώς η μυρωδιά είναι συχνά πολύ ενοχλητική. Έως ανυπόφορη.
Ας κοιτάξουμε και λίγο πίσω, μέρα που είναι. Δεν πειράζει να περπατάμε πότε - πότε στα περασμένα. Όχι για να λέμε καντάδες αφιερωμένες στην αριστερή ευαισθησία και θούρια αφιερωμένα στον αριστερό ηρωισμό. Αλλά γιατί είμαστε, θέλουμε δεν θέλουμε, όχι μόνο μέλλον. Αλλά και παρελθόν. Το αμπέλι μας το έσκαψαν με πολύ κόπο και πολλές θυσίες χιλιάδες άνθρωποι, πριν από μας. Κάθε ρώγα του και κάθε λέξη μας περιέχει κάτι από τον θυμό και τον ιδρώτα τους. Α, ναι, υπάρχει πολλή δουλειά, πολλή γνώση, πολλή αυτοκριτική, πολλή ωρίμανση, πολλή απογοήτευση, πολλή ορθοστασία ακόμα μπροστά μας. Αλλά στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, το κρασί μας είναι από παλιό, καλό, αμπέλι. Στην υγειά μας, λοιπόν. Και καλή χρονιά.