Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Monde Diplomatique. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Monde Diplomatique. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

O αιώνας του Λενιν

Ο αιώνας του Λένιν Posted on 28/01/2018, By Serge Halimi and Βασίλης Παπακριβόπουλος (μετάφραση) Ο Serge Halimi ειναι διευθυντής της Μonde Diplomatique.
Έχοντας μόλις κλείσει ένας αιώνας από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ένα ερώτημα εξακολουθεί να πλανάται: η αποτυχία του σοβιετικού μοντέλου άραγε απαξιώνει και τον διεθνισμό που συνόδευε τα πρώτα του βήματα; ΕΣΣΔ: Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Αρχικά, αυτή η ονομασία δεν παρέπεμπε σε μια εδαφική επικράτεια, αλλά σε μια ιδέα: την παγκόσμια επανάσταση. Τα σύνορά της θα ήταν εκείνα που είχαν προκύψει από τον ξεσηκωμό στην Ρωσία και, στη συνέχεια, θα διαμορφώνονταν ανάλογα με τις επαναστάσεις που αναμενόταν να ξεσπάσουν αλλού. Στο άνω αριστερό άκρο μιας κατακόκκινης σημαίας, ένα σφυροδρέπανο συμβόλιζε το νέο κράτος, του οποίου ο πρώτος εθνικός ύμνος ήταν… η Διεθνής. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ο ιδρυτής της Σοβιετικής Ένωσης ήταν διεθνιστής. Ο Λένιν έζησε στην εξορία μεγάλο μέρος της ζωής του ως επαγγελματίας επαναστάτης (σε Μόναχο, Λονδίνο, Γενεύη, Παρίσι, Κρακοβία, Ζυρίχη, Ελσίνκι…). Και συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις μεγάλες συζητήσεις του εργατικού κινήματος. Τον Απρίλιο του 1917, όταν επέστρεφε σιδηροδρομικώς στη Ρωσία, όπου η επανάσταση είχε ξεσπάσει και ο τσάρος είχε παραιτηθεί, όσο το τραίνο που τον μετέφερε διέσχιζε τη γερμανική επικράτεια τη στιγμή όπου ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, οι σύντροφοί του τραγουδούσαν τη Μασσαλιώτιδα, τον ύμνο της Γαλλικής Επανάστασης. Στα κείμενα του Λένιν, οι αναφορές σε αυτήν είναι από πολλές απόψεις πολύ συχνότερες απ’ ό,τι στην ιστορία της τσαρικής Ρωσίας. Η εμμονή του ήταν να φανεί αντάξιος των Ιακωβίνων, «του καλύτερου παραδείγματος δημοκρατικής επανάστασης και αντίστασης στον συνασπισμό των μοναρχιών» (1), και η επανάσταση να διαρκέσει περισσότερο από την Παρισινή Κομμούνα. Ο εθνικισμός δεν είχε την παραμικρή θέση. Εξάλλου, θα το υπενθύμιζε αργότερα ο ίδιος ο μπολσεβίκος ηγέτης: ήδη από το 1914, αντίθετα από όλους σχεδόν τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές και συνδικαλιστές, που αφέθηκαν να στρατολογηθούν στην «ιερή εθνική ενότητα» απέναντι στον εξωτερικό εχθρό, το κόμμα του «δεν φοβήθηκε να επιδιώξει την ήττα της τσαρικής Ρωσίας και να στιγματίσει τον πόλεμο ανάμεσα σε δύο ιμπεριαλιστικά αρπακτικά». Μόλις ανέλαβαν την εξουσία λοιπόν, οι μπολσεβίκοι «πρότειναν την ειρήνη σε όλους τους λαούς και επιχείρησαν όλα όσα ήταν ανθρωπίνως εφικτά προκειμένου να επισπεύσουν την επανάσταση στη Γερμανία και στις υπόλοιπες χώρες» (2). Ξανά ο διεθνισμός.
Ένα υπέρτατο παράδοξο, που θα επέφερε μακροπρόθεσμες συνέπειες: ένα κόμμα ταγμένο στη δικτατορία του προλεταριάτου επωφελείται από την ξαφνική κατάρρευση της δυναστείας των Ρομανόφ και την απουσία άλλων σοβαρών διεκδικητών της εξουσίας (3) για να γίνει κύριος του κρατικού μηχανισμού μιας χώρας στην οποία η εργατική τάξη αποτελούσε μόλις και μετά βίας το 3% πληθυσμού. Όμως, κατά βάθος, ελάχιστη σημασία έχουν όλα αυτά στην αρχή της επανάστασης, δεδομένου ότι η σωτηρία και η βοήθεια οφείλουν να προέλθουν από το εξωτερικό, όταν η επαναστατική σκυτάλη περάσει σε περισσότερο προηγμένες χώρες, με ισχυρότερα προλεταριάτα που διαθέτουν υψηλότερη πολιτική μόρφωση. Ίσως είναι απλά ζήτημα εβδομάδων ή μηνών: στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οργή εντείνεται και όλο και περισσότερες στρατιωτικές μονάδες στασιάζουν. Τον Οκτώβριο του 2017, ο Λένιν ανυπομονεί. Ο ρωσικός ξεσηκωμός δεν μπορεί να περιμένει άλλο, ενόσω εκδηλώνονται «τα αναμφισβήτητα συμπτώματα μιας μεγάλης καμπής, πρόδρομοι της επανάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο». Εναπόκειται λοιπόν στους μπολσεβίκους να κάνουν την αρχή, περιμένοντας τους άλλους λαούς που θα πάρουν τη σκυτάλη. Στο Βερολίνο, στο Μόναχο και στη Βουδαπέστη, η ελπίδα συντρίβεται. Και όταν η νέα εξουσία προτείνει «σε όλους τους εμπόλεμους λαούς την άμεση ειρήνη, δίχως προσαρτήσεις εδαφών και πολεμικές αποζημιώσεις», η αυτοκρατορική Γερμανία συνεχίζει τις εχθροπραξίες, βέβαιη ότι οι Ρώσοι στρατιώτες δεν άντεχαν άλλο να σφαγιάζονται. Προκειμένου να σωθεί, το νεοσύστατο κράτος υπέγραψε τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, παραχωρώντας ένα μέρος της επικράτειάς του. Αντάλλαξε έδαφος με χρόνο, ελπίζοντας πάντα ότι θα ξεσπούσε επανάσταση στην Ευρώπη… Ωστόσο, εκείνη που κινητοποιήθηκε ήταν η αντεπανάσταση. Αντί για την «ειρήνη των εργαζόμενων ενάντια σε όλους τους καπιταλιστές» που ζητούσε ο Λένιν, δέκα εκστρατευτικά σώματα (από Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σερβία, Φινλανδία, Ρουμανία, Τουρκία, Ελλάδα και Ιαπωνία) έσπευσαν να βοηθήσουν τις στρατιές των «Λευκών» που μάχονταν για την παλινόρθωση του παλαιού καθεστώτος.
Το 1921, η επαναστατική Ρωσία βγαίνει νικήτρια αλλά κατεστραμμένη από τον νέο πόλεμο. Και θα απομονωθεί απόλυτα από τις μεγάλες δυνάμεις, ακόμη πιο εχθρικές απέναντί της από τη στιγμή που δεν έκρυψε ποτέ την πρόθεσή της να τις ανατρέψει. Μετά τον Οκτώβρη, το κεφάλαιο έχασε την εξουσία του στην πιο αχανή περιοχή της Γης. Και σαν να μην έφθανε αυτός ο σεισμός, ο κομμουνιστής –αγροίκος, απειλητικός, κοσμοπολίτης, εβραίος, «με το μαχαίρι στα δόντια» (4)– δεν αποτελούσε μονάχα μια εθνική ρωσική ιδιαιτερότητα, που στην ανάγκη θα μπορούσε να απομονωθεί γεωγραφικά. Αποτελούσε εξίσου και τον εσωτερικό εχθρό, τον πειθαρχημένο φαντάρο μιας Διεθνούς με πρωτεύουσα τη Μόσχα, την επίμονη απειλή της κοινωνικής επανάστασης. Εδώ και τώρα και παντού. Όμως, εκτός από απειλή, αποτελούσε και μια επίμονη ελπίδα, παρ’ όλες τις λίμνες αίματος που θα σημαδέψουν τη διαδρομή της. Το 1934, η φιλόσοφος και εργατική ακτιβίστρια Σιμόν Βέιλ (5) κατήγγειλε «την προσβολή που αποτελεί για τη μνήμη του Μαρξ η λατρεία που τρέφουν γι’ αυτόν οι καταπιεστές της σύγχρονης Ρωσίας». Ωστόσο, τρία χρόνια αργότερα, στο αποκορύφωμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων τουφεκίστηκε το 70% της ηγεσίας των μπολσεβίκων (6), έγραφε τα εξής: «Ο μύθος της σοβιετικής Ρωσίας είναι ανατρεπτικός στον βαθμό που μπορεί να δώσει στον κομμουνιστή χειρώνακτα που απέλυσε ο αρχιεργάτης την αίσθηση ότι, παρ’ όλα αυτά, πίσω από αυτόν, υπάρχει ο Κόκκινος Στρατός και το Μαγκνιτογκόρσκ (7), επιτρέποντάς του έτσι να διατηρήσει την υπερηφάνειά του. Ο μύθος της ιστορικά αναπόφευκτης επανάστασης διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο, αν και με πιο αφηρημένο τρόπο: όταν είσαι εξαθλιωμένος και μόνος, δεν είναι λίγο να έχεις την Ιστορία στο πλευρό σου» (8). Και το γεγονός παραμένει: παρά τις αποτυχίες, ακόμα και στις πλέον στρεβλωμένες μορφές του, το κοινωνικό σύστημα που κυβέρνησε το ένα τρίτο του πλανήτη, το σημαντικότερο πολιτικό κίνημα του 20ού αιώνα, κατέληξε να σημαίνει σχεδόν παντού την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, τη δωρεάν υγεία, μια πρώτη χειραφέτηση των γυναικών, καθώς και τη διπλωματική, στρατιωτική, οικονομική και τεχνική υποστήριξη στους περισσότερους από τους αντιαποικιακούς αγώνες και στα ανεξάρτητα κράτη που προέκυψαν από αυτούς. Χωρίς να ξεχνάμε και «το πρωτοφανές εγχείρημα της πολιτικής ανέλιξης των λαϊκών τάξεων», το οποίο προώθησε «εργάτες και αγρότες στις βαθμίδες της εξουσίας που μέχρι τότε προορίζονταν αποκλειστικά για τους εκπροσώπους της αστικής τάξης» (9). Γιατί, εκείνη την εποχή, μεταξύ στρατευμένων κομμουνιστών, οι διεθνιστικοί δεσμοί εντέλει υπερέβαιναν γλώσσες, θρησκείες, εθνότητες και σύνορα όσο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σήμερα. Την ίδια ακριβώς ελπίδα που χαλύβδωνε το ηθικό εκείνου του χειρώνακτα εργάτη που ανέφερε η Σιμόν Βέιλ, όταν σκεφτόταν το Μαγκνιτογκόρσκ στη ριζοσπαστική και κοσμική Γαλλία της δεκαετίας του 1930, την συναντούσαμε και στην προτεσταντική Γερμανία, στην κομφουκιανή Κίνα και στη μουσουλμανική Ινδονησία, στους εργάτες γης που μάζευαν καπνό στην Κούβα, όπως και σε εκείνους που κούρευαν τα πρόβατα στην Αυστραλία (10). Ποιο πολιτικό κίνημα μπορεί να υποστηρίξει κάτι ανάλογο σήμερα; Στο διήγημά του «Ο Στρατιώτης Τσαπάγιεφ στο Σαντιάγκο της Χιλής», ο Λουίς Σεπούλβεδα εξιστορεί μία από τις δράσεις αλληλεγγύης προς τον λαό του Βιετνάμ, τον Δεκέμβριο του 1965, κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Αμερικανούς. Στην πορεία, ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι ο συγγραφέας ήταν πολιτικός γραμματέας του τοπικού πυρήνα Μορίς Τορέζ (11) του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής, ότι ο σύντροφός του ηγούνταν του πυρήνα Νγκυγιέν Βαν Τρόι (12), ότι μεταξύ τους συζητούσαν για τη «Διαρκή Επανάσταση» (του Τρότσκι) και για το «Κράτος και Επανάσταση» (του Λένιν), ότι θυμούνταν πως «στη Δούμα της Αγίας Πετρούπολης μπολσεβίκοι και μενσεβίκοι συζητούσαν επί 72 ώρες προτού καλέσουν τις μάζες να ξεσηκωθούν», ότι φλέρταραν τις κοπέλες προτείνοντάς τους να διαβάσουν το «Πώς δενότανε το ατσάλι» του Νικολάι Οστρόφσκι και προσκαλώντας τις να δουν μαζί σοβιετικές ταινίες… Και μετά τη Μόσχα το Νταβός; Η χρεοκοπία του σοβιετικού μοντέλου επιτάχυνε τον θρίαμβο ενός άλλου οικουμενισμού, προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση, εκείνη των εύπορων τάξεων. Η ανατροπή υπήρξε τόσο ραγδαία ώστε, ήδη από το 2000, ο ιστορικός Πέρρυ Άντερσον σημείωνε σε ένα αξιοπρόσεκτο άρθρο του: «Για πρώτη φορά από την εποχή της Θρησκευτικής Μεταρρύθμισης δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική εναντίωση –δηλαδή μια διαφορετική κοσμοαντίληψη– μέσα στο σύμπαν του δυτικού τρόπου σκέψης. Και, σε παγκόσμιο επίπεδο, σχεδόν καμία, εάν εξαιρέσουμε τα θρησκευτικά δόγματα, που αποτελούν αναποτελεσματικούς αρχαϊσμούς (…). Ο νεοφιλελευθερισμός, ως σύνολο αρχών, κυριαρχεί χωρίς αντίπαλο στην υφήλιο» (13).
Όπως παρατηρεί ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς, οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, η εντυπωσιακή και σκανδαλώδης συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι ότι, από το 1988, η αύξηση του παγκόσμιου πλούτου πυροδοτεί την αύξηση των ανισοτήτων, ενώ μετά το 1914 συνέβαινε το αντίστροφο. Και στον κοινωνικό βολονταρισμό εκείνης της εποχής δεν βλέπει καμία σύμπτωση: «Οι πιέσεις που ασκούσε η Ρωσική Επανάσταση και το σοσιαλιστικό και το συνδικαλιστικό κίνημα, ενισχυμένες από την απογοήτευση των λαϊκών τάξεων προς τις εύπορες τάξεις, τις οποίες θεωρούσαν υπεύθυνες για το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενέτειναν το φαινόμενο της αναδιανομής» (14). Η φορολόγηση ανάλογα με την κλίμακα του εισοδήματος, ο Εργατικός Κώδικας, το οκτάωρο, η κοινωνική ασφάλιση, η επιφυλακτικότητα στην παραχώρηση των ηνίων του κρατικού μηχανισμού στους πλούσιους, όλα αυτά δεν είναι ξένα με τον μύθο της Οκτωβριανής Επανάστασης για τους μεν, με τον φόβο της επανάστασης για τους δε. Και μόλις αυτός ο φόβος εξορκίστηκε, οι αρνητικές συνέπειες της αποκαλούμενης «ευτυχισμένης παγκοσμιοποίησης» πολλαπλασιάστηκαν: κοινωνική παλινόρθωση των εύπορων τάξεων, «δικαίωμα επέμβασης» των δυτικών χωρών στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, δυσφήμιση κάθε επαναστατικού σχεδίου –κομμουνιστικού, αναρχικού, αυτοδιαχειριστικού. Τον Αύγουστο του 1991, μερικές μόλις εβδομάδες πριν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ένας Γάλλος νομικός –κεντροαριστερός και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας– πρόσθετε μια δόση μελαγχολίας στους πανηγυρισμούς για το «τέλος της Ιστορίας». Έγραφε τότε ο Ζαν-Ντενί Μπρεντέν: «Μήπως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στη χώρα μας ο σοσιαλισμός δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από ένα είδος αστικού ριζοσπαστισμού (15) εάν δεν είχε υπάρξει ο κομμουνισμός που τον επιτηρούσε, που τον ακολουθούσε κατά πόδας, πάντα έτοιμος να πάρει τη θέση του, που τον εμπόδιζε να εκτραπεί υπερβολικά γρήγορα ή σε υπερβολικό βαθμό; (…) Μήπως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι χρωστάμε πολλά σε όλους αυτούς τους ξεροκέφαλους, τους αιρετικούς, τους ακούραστους απεργούς, τους καταληψίες των εργοστασίων και των δρόμων μας που έσπερναν την αταξία, τους πεισματάρηδες που δεν έπαυαν να ζητούν μεταρρυθμίσεις ενώ ονειρεύονταν την επανάσταση, σε αυτούς τους μαρξιστές, κόντρα στο ρεύμα της Ιστορίας, που δεν άφηναν τον καπιταλισμό να εφησυχάσει;» (16) Το «τέλος του κομμουνισμού» δημιούργησε την εντύπωση ότι έδωσε οριστική λύση στη μεγάλη διαμάχη που αντιπαρέθεσε τις δύο κυριότερες τάσεις της διεθνούς Αριστεράς μετά τη Ρωσική Επανάσταση: η ήττα του ενός των πρωταγωνιστών της σήμανε τη νίκη του άλλου, δηλαδή την επικράτηση της σοσιαλδημοκρατίας επί της ζωηρότερης μικρής αδελφής της. Ωστόσο, αυτός ο θρίαμβος υπήρξε σύντομος. Η εκατοστή επέτειος από την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων στην πραγματικότητα συμπίπτει με ένα κύμα ηττών του μεταρρυθμιστικού ρεύματος. Η δυναστεία Κλίντον σαρώθηκε, ο Τόνι Μπλερ, ο Φελίπε Γκονζάλες και ο Γκέρχαρντ Σρέντερ το έχουν ρίξει στις μπίζνες, ενώ ο Φρανσουά Ολάντ εξαερώθηκε… Ταυτόχρονα, ένα είδος ανυπομονησίας, ριζοσπαστικότητας ξαναγεννιέται στις περισσότερες από αυτές τις χώρες, αλλά και αλλού. Λίγο πριν από τον εορτασμό της διακοσιοστής επετείου της Γαλλικής Επανάστασης, ο οποίος θύμιζε περισσότερο εξορκισμό της, ο («μεταρρυθμιστής» σοσιαλιστής) Μισέλ Ροκάρ δήλωνε ότι «η Επανάσταση είναι κάτι επικίνδυνο και δεν είναι κακό να αποφεύγεται» (17). Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε, η παγκοσμιοποίηση επιβλήθηκε, τα φαντάσματα επέστρεψαν και η μούμια της επανάστασης σαλεύει ακόμα. Λένιν, 24 Ιουνίου 1917, Αναφέρεται από τον Victor Serge, «Lénine, 1917» (1924). Λένιν, «Αριστερισμός, παιδική ασθένεια του κομμουνισμού» (1920). Βλ. ως προς αυτό το σημείο Mosche Lewin, «Le siècle sovietique», Fayard-Le Monde diplomatique, Παρίσι, 2003, και Eric Hobsbawm, «Μarx and History», «New Left Review» I/143, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1984. Χαρακτηριστικά είναι τα γεμάτα προκαταλήψεις αποσπάσματα από ρεπορτάζ του διάσημου δημοσιογράφου Αλμπέρ Λοντρ (το όνομά του φέρει μεγάλο διεθνές βραβείο δημοσιογραφίας), στο άρθρο «Albert Londres au pays des Soviets», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2017. (Σ.τ.Μ.) Πρόκειται για τη Γαλλοεβραία φιλόσοφο Simone Weil (1909-1943), της οποίας το επώνυμο προφέρεται όμοια με το –ελαφρώς διαφορετικής ορθογραφίας– επώνυμο της γνωστής πολιτικού Simone Veil (1927-1917). Βλ. την επιστολή-διαθήκη του Νικολάι Μπουχάριν, «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2017, σελ. 16. (Σ.τ.Μ) Μια μεγάλη πόλη με γιγάντιο συγκρότημα ορυχείων και χαλυβουργείων, που δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, με βάση τα σοβιετικά πενταετή πλάνα. Διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην πολεμική προσπάθεια για τη συντριβή του ναζισμού. Simone Weil, «Méditations sur l’obéissance et la liberté» στο «Œuvres complètes», τόμος ΙΙ, «Ecrits historiques et politiques», Gallimard, Παρίσι 1991. Julian Mischi, «Le communisme désarmé. Le PCF et les classes populaires depuis les années 1970», Agone, Μασσαλία, 2014. Βλ. Έρικ Χομπσμπάουμ, «Η Εποχή των άκρων», Θεμέλιο, 1999. (Σ.τ.Μ.) Ιστορικός ηγέτης του ΚΚ Γαλλίας την περίοδο του Μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. (Σ.τ.Μ.) Νοτιοβιετναμέζος κομμουνιστής. Το 1964 αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Αμερικανό Υπουργό Άμυνας Ρόμπερτ Μακναμάρα, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Perry Anderson, «Renewals», New Left Review, Ν° 1, Λονδίνο, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2000. «Le Monde», 21 Ιουλίου 2016. (Σ.τ.Μ.) Τον 19ο και 20ο αιώνα, ο Ριζοσπαστισμός ήταν ένα αστικό προοδευτικό πολιτικό ρεύμα που αγωνιζόταν για την εξάλειψη του ρόλου της Εκκλησίας και της αριστοκρατίας στην πολιτική ζωή και για την προώθηση ορισμένων ήπιων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Jean-Dénis Bredin, «Est-il permis?» «Le Monde», 31 Αυγούστου 1991. Αναφέρεται από τον Έρικ Χομπσμπάουμ, «Aux armes, historiens. Deux siècles d’histoire de la Révolution française», La Découverte, Παρίσι, 2007.

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Γαλλία: H παγίδα της χρήσιμης ψήφου, για ακόμη μία φορά

Serge Halimi - Μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη πηγή: Le Monde diplomatique ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ 16-4-2017 Γαλλία: H παγίδα της χρήσιμης ψήφου, για ακόμη μία φορά Η Ευρωπαϊκή Ένωση στεκόταν εδώ και καιρό αδιάφορη μπροστά στις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, σίγουρη ότι ο βασικός προσανατολισμός των κρατών-μελών είναι «κλειδωμένος» από τις συνθήκες. Όμως, μετά την ψήφο για το «Brexit» και τη νίκη του Τραμπ, η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της. Μια Ένωση σε πυρετώδη κατάσταση παρακολουθεί πλέον κάθε εθνική κάλπη σαν να έπαιζε σ’ αυτήν τη ζωή της. Ακόμα και η νίκη ενός από τους Γάλλους υποψήφιους που την υποστηρίζουν δεν θα μπορούσε να την καθησυχάσει για πολύ. urne_vote_france-480x250.jpg Facebook Twitter Ο πρώτος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών, στις 23 Απριλίου, θα φέρει αντιμέτωπους έντεκα υποψηφίους με διαφορετικές απόψεις. Ο πλουραλισμός αυτός κατά ένα μέρος αμαυρώθηκε από τις δικαστικές υποθέσεις και από τον υπερβολικό χώρο που τα μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν στον ασταμάτητο χορό των δημοσκοπήσεων. Παρ’ όλα αυτά, η αντίληψη της βαθιά αντιδημοκρατικής φύσης των γαλλικών και των ευρωπαϊκών θεσμών κυριαρχεί στο μυαλό των ψηφοφόρων. Όμως η μετάφραση σε εκλογικούς όρους αυτής της νέας συνείδησης κινδυνεύει να παρεκκλίνει εξαιτίας της παγίδας της «χρήσιμης ψήφου», η οποία προβάλλει ως αντίπαλο στην ακροδεξιά έναν λάτρη της παγκοσμιοποίησης. Μπαίνουμε σε μια πολιτική εποχή όπου, όταν μια φράση ξεκινά με το «Είναι η πρώτη φορά που…», συνήθως ανακοινώνει την έλευση μιας αδιανόητης μέχρι τώρα πραγματικότητας. Έτσι, αυτήν την άνοιξη του 2017, οι προεδρικές εκλογές σηματοδοτούν την πρώτη φορά που δεν αναρωτιόμαστε πια για την παρουσία του Εθνικού Μετώπου (ΕΜ) στον δεύτερο γύρο –αντίθετα, εξετάζουμε την υπόθεση, ακόμα αρκετά απίθανη, μιας νίκης του. Την πρώτη φορά που κανείς δεν υπερασπίζεται τον απολογισμό μιας θητείας, την ίδια στιγμή που δύο πρώην υπουργοί του απερχόμενου προέδρου, ο Μπενουά Αμόν (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και ο Εμμανουέλ Μακρόν (En marche!) παίρνουν μέρος στις εκλογές. Όπως και την πρώτη φορά κατά την οποία οι υποψήφιοι του ΣΚ και της Δεξιάς, που κυβέρνησαν τη Γαλλία χωρίς διακοπή από την αρχή της 5ης Δημοκρατίας (1), μπορεί να αποκλειστούν στον πρώτο γύρο.
Μάταια θα ψάχναμε προηγούμενο για μια καμπάνια που να έχει γεμίσει τόσα παράσιτα από τη συνεχή ενημέρωση, τις δικαστικές υποθέσεις, τη γενική ανικανότητα να κρατηθεί η προσοχή κάποιου σε ένα ουσιαστικό ζήτημα για περισσότερες από 24 ώρες. Και δεν υπάρχει σίγουρα καμία προηγούμενη περίπτωση ενός σημαντικού υποψηφίου που να διώκεται για διασπάθιση δημοσίου χρήματος, ενώ εδώ και δέκα χρόνια διακήρυττε ότι η Γαλλία βρίσκεται σε πτώχευση. Η παραίτηση του απερχόμενου προέδρου από τη διεκδίκηση μιας δεύτερης θητείας ίσως και να αποκρύπτει το σημείο εκκίνησης όλης αυτής της αναταραχής. Κατά τη διάρκεια της πενταετούς θητείας του που ολοκληρώνεται, ο Φρανσουά Ολάντ αναδείχθηκε στον λιγότερο δημοφιλή Πρόεδρο Δημοκρατίας της 5ης Δημοκρατίας –και αυτό αφότου ο προκάτοχός του, Νικολά Σαρκοζί, είχε ήδη γνωρίσει τη λαϊκή κατακραυγή. Κι όμως, ο σοσιαλιστής πρόεδρος είχε παραδεχθεί πώς έζησε «πέντε χρόνια σχεδόν απόλυτης εξουσίας (2)». Τον Ιούνιο του 2012, για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήλεγχε την προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, τη Βουλή, τη Γερουσία, 21 από τις 22 περιφέρειες, 56 από τα 96 διαμερίσματα και 27 από τις 39 πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων. Σε αυτήν την εξουσία ο κ. Ολάντ έκανε μια χρήση αυθαίρετη όσο και μοναχική. Εκείνος αποφάσισε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενέπλεξε τη Γαλλία σε πολλές εξωτερικές συρράξεις, επέτρεψε τη δολοφονία απλών υπόπτων μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Είναι επίσης εκείνος που άλλαξε τον κώδικα εργασίας, υποχρεώνοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του να δεχθεί μια μεταρρύθμιση που αρνούνταν να υποστηρίξει (προσφυγή στο άρθρο 49-3 του Συντάγματος) και για την οποία ούτε η πλειοψηφία ούτε ο ίδιος είχαν λάβει εντολή από τον λαό (3). Χωρίς να ξεχνάμε και την αναμόρφωση του χάρτη των γαλλικών περιφερειών, τον οποία ο αρχηγός του κράτους σχεδίασε από το γραφείο του στο παλάτι των Ηλυσίων. Να λοιπόν κάτι που θέτει με ένταση το ζήτημα των θεσμών της 5ης Δημοκρατίας: ο Μπενουά Αμόν και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν (La France insoumise) δεσμεύτηκαν να το εξετάσουν, αλλά ο Φρανσουά Φιγιόν (Les Républicains) και ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν το συζητούν, όπως άλλωστε και η Μαρίν Λεπέν. Σε καμία άλλη δυτική δημοκρατία δεν υπάρχει τόση μεγάλη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου. Πέρα από τον –πραγματικό– κίνδυνο να υπάρξει κάποτε ένας Πρόεδρος λιγότερο «καλοπροαίρετος» από αυτόν που σήμερα απέρχεται, οι ηχηρές διακηρύξεις για τη γαλλική δημοκρατία οδηγούν σ’ ένα συμπέρασμα που η προεδρία του Φρανσουά Ολάντ έκανε πασιφανές: η μοναχική άσκηση της εξουσίας εδραιώνει την απεριόριστη δυνατότητα να ποδοπατείς τις δεσμεύσεις μιας προεκλογικής εκστρατείας, η οποία όμως θα έπρεπε να συμπυκνώνει την εντολή του κυρίαρχου λαού.
Ο Φρανσουά Ολάντ είχε δεσμευτεί να προασπίσει τη γαλλική σιδηρουργία, αλλά ενέκρινε το κλείσιμο του εργοστασίου της Φλοράνζ. Έπρεπε να είχε επαναδιαπραγματευθεί το ευρωπαϊκό σύμφωνο σταθερότητας, κάτι που εγκατέλειψε ήδη από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του. Υποσχόταν να «αναστρέψει την καμπύλη της ανεργίας» πριν από το τέλος του 2013, ενώ αυτή συνέχισε την άνοδό της για τρία ακόμη χρόνια. Ωστόσο, η αίσθηση προδοσίας που ρίζωσε στα πνεύματα προκλήθηκε χωρίς αμφιβολία εξαιτίας μιας φράσης που σημάδεψε την καμπάνια του 2012 και που ακούσαμε και ξανακούσαμε εκατό φορές από τότε: «Ο μόνος μου αντίπαλος είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας». Μόλις όμως εκλέχθηκε, ο Φρανσουά Ολάντ πήρε έναν πρώην τραπεζίτη των Ρότσιλντ για σύμβουλο, πριν του δώσει τα κλειδιά του υπουργείου Οικονομίας. Ο ευνοϊκός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη τον Εμμανουέλ Μακρόν είναι ακόμα πιο ανησυχητικός, καθώς ενέχει τον κίνδυνο να εκτοξεύσει στο υψηλότερο αξίωμα τον άξιο, αν και πατροκτόνο, κληρονόμο του απερχόμενου προέδρου με την απαράμιλλα χαμηλή δημοτικότητα. «Ο Εμμανουέλ Μακρόν είναι εγώ, ξέρει τι μου χρωστάει», πέταξε μια μέρα ο Φρανσουά Ολάντ. Σίγουρα ο Μακρόν δεν είναι σοσιαλιστής αλλά ούτε και ο Ολάντ είναι. Ο ένας το διακηρύττει, ο άλλος υπεκφεύγει. Οι δηλώσεις του πρώτου γυρίζουν την πλάτη σε μια αριστερή παράδοση που αποκήρυττε «το χρήμα» ή «τον χρηματοπιστωτικό τομέα», κάτι που όμως ανταποκρίνεται στις πεποιθήσεις του δεύτερου, όπως τις εξέφραζε το 1985 σε ένα βιβλίο με τίτλο «La gauche bouge» («Η Αριστερά κινείται»), που είχαν συγγράψει ο νυν υπουργός Άμυνας μαζί με τον Γενικό Γραμματέα του Μεγάρου των Ηλυσίων (4). Στο βιβλίο υπήρχε ήδη η αγαπημένη ιδέα του κ. Μακρόν, αν και θαμμένη κάτω από ένα σωρό κενών λέξεων, για μια νέα κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στην καλλιεργημένη μεσαία τάξη και τη φιλελεύθερη εργοδοσία, με συγκολλητικό ιστό την κοινή βούληση να εξαπλωθούν σε μια παγκόσμια αγορά. «Επιχειρηματικότητα» αντί για «κρατική βοήθεια», κέρδος αντί για προσόδους, μεταρρυθμιστές και εκσυγχρονιστές εναντίον εξτρεμιστών και αναχρονιστών, άρνηση της νοσταλγίας των «καμηλιέρηδων και των νερουλάδων»: ακούγοντας τον Μακρόν, νομίζεις ότι ακούς τον Μπιλ Κλίντον το 1990 ή τον Τόνι Μπλερ και τον Γκέρχαρντ Σρέντερ μερικά χρόνια αργότερα (5). Και, αν τον ακολουθήσεις, είναι σαν να αποδέχεσαι να συμμετάσχεις με ακόμη μεγαλύτερη τόλμη στον «τρίτο δρόμο» του νεοφιλελεύθερου προοδευτισμού. Σε εκείνον που εξαπάτησε το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αφήνοντάς τους να γλιστρήσουν στον γκρεμό όπου κείτονται σήμερα. «Το πρόγραμμα του Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο»
«Υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης» και «κόμμα των Βρυξελλών» ενάντια στους «πατριώτες»: η Μαρίν Λεπέν μάλλον παίρνει μεγάλη χαρά που η πολιτική αντιπαράθεση συμπυκνώνεται σε αυτήν τη διχοτομία. Βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος και πυλώνας της καμπάνιας Μακρόν, ο Ρισάρ Φεράν μοιάζει να προλαβαίνει τις επιθυμίες της: «Από τη μία είναι οι νεοεθνικιστές, αντιδραστικοί και υπέρμαχοι της εθνικής ταυτότητας. Και από την άλλη οι προοδευτικοί που πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι απαραίτητη» (6). Δεν είναι αθώα μια τέτοια δόμηση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Στόχος είναι, και από τις δύο πλευρές, να υποβαθμιστεί το ζήτημα των ταξικών συμφερόντων, τροφοδοτώντας τους μεν με τον τρόμο της «εθνικής ταυτότητας» και τους άλλους με «αντιδραστικές» προτροπές. Όσο όμως κι αν δεν αρέσει στους προοδευτικούς της αγοράς, εκείνοι που «θεωρούν την Ευρώπη απαραίτητη» έχουν κοινωνική ταυτότητα. Οι «αποσπασμένοι εργαζόμενοι» που δημιούργησε μια Οδηγία των Βρυξελλών το 1996, ο αριθμός των οποίων έχει δεκαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, είναι πιο συχνά εργαζόμενοι στην οικοδομή ή στα χωράφια παρά χειρουργοί ή αντικέρ. Εκείνο που «νομίζουν» τα θύματα αυτού του μηχανισμού είναι πρώτα και κύρια εκείνο που με φόβο αντιλαμβάνονται, δηλαδή ένα μισθολογικό ντάμπινγκ το οποίο απειλεί της συνθήκες της ύπαρξής τους. Γι’ αυτούς η Ευρώπη δεν συνοψίζεται στο πρόγραμμα Erasmus και στην «Ωδή στη χαρά». Ο Στίβεν Μπάνον, στρατηγικός πολιτικός αναλυτής του Ντόναλντ Τραμπ, κατάλαβε το όφελος που μπορούσε να έχει η εθνικιστική Δεξιά από τον κοινωνικό υποβιβασμό ο οποίος σχεδόν πάντα συνοδεύει τους εορτασμούς του παγκόσμιου χωριού. «Η καρδιά του πιστεύω μας είναι ότι είμαστε ένα έθνος με μία οικονομία και όχι μια κάποια οικονομία δεν ξέρω ’γω σε ποια παγκόσμια αγορά με ανοιχτά σύνορα. Οι εργαζόμενοι του κόσμου βαρέθηκαν να είναι υποταγμένοι στο κόμμα του Νταβός. Οι Νεοϋορκέζοι αισθάνονται πλέον πιο κοντά στους κατοίκους του Λονδίνου ή του Βερολίνου παρά σε εκείνους του Κάνσας ή του Κολοράντο και μοιράζονται με τους πρώτους την νοοτροπία μιας ελίτ που θέλει να υπαγορεύσει σε όλους τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κυβερνάται ο κόσμος (7)», εξηγεί. Όταν στις δημόσιες συγκεντρώσεις του, τις κατάσπαρτες με ευρωπαϊκές σημαίες, ο Μακρόν υμνεί την κινητικότητα, ζητά την «ανάκαμψη από τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών» και δεσμεύεται να καταργήσει το επίδομα ανεργίας όταν ο δικαιούχος αρνείται για δεύτερη φορά μια «αξιοπρεπή θέση (8)», πώς να διαχωρίσεις τις πολιτικές θέσεις του από τα συμφέροντα των ολιγαρχών του χρήματος και της γνώσης που αποτελούν το «κόμμα του Νταβός»; Εύκολα φαντάζεται κάποιος τη ζημιά στη δημοκρατία την οποία θα επέφερε μια πιθανή τηλεμαχία ανάμεσα σε αυτόν και τη Λεπέν, ακριβώς εκείνη που τα ΜΜΕ έχουν βαλθεί να προγραμματίσουν. Εδώ και είκοσι χρόνια η θεωρία της «χρήσιμης ψήφου» παρουσιάζει τα δύο κυρίαρχα κόμματα στις επάλξεις εναντίον μιας άκρας Δεξιάς, την οποία όμως τα ίδια ευνόησαν με τις επιλογές και τις συγκλίνουσες απόψεις τους. «Σήμερα, το σχέδιο του Εμμανουέλ Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο (9)», εκτιμά ο Μπενουά Αμόν. Όμως, αντίστοιχα, η δύναμη του ΕΜ ενίσχυσε το μονοπώλιο της εξουσίας των αντιπάλων του, μαζί και των σοσιαλιστών (10). Από το 1981, ο Φρανσουά Μιτεράν υπολόγιζε πώς μια ισχυρή Ακροδεξιά θα υποχρέωνε τη Δεξιά να συμπράξει μαζί της, με τον κίνδυνο να χάσει και η ίδια τα ποσοστά της (11). Ο ελιγμός αναστράφηκε τον Απρίλιο του 2002, όταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν βρέθηκε αντίπαλος με τον Ζακ Σιράκ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Από τότε η Δεξιά αρκεί να ξεπεράσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε οποιαδήποτε κάλπη, εθνική ή τοπική, για να γίνει αμέσως στα μάτια σχεδόν όλης της Αριστεράς ο αρχάγγελος της δημοκρατίας, του πολιτισμού, του γαλλικού κοσμικού κράτους.
Θεσμοί μοναρχικού τύπου που επιτρέπουν τέτοιες πονηριές και τέτοιες κυβιστήσεις, μια πολιτική ζωή μαγκωμένη από τον φόβο του χειρότερου, μέσα ενημέρωσης που αποδέχονται αυτές τις πονηριές ενώ ταυτόχρονα ταΐζουν αυτόν τον φόβο… Κι ύστερα υπάρχει και… η Ευρώπη. Η πλειονότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Γαλλίας είναι υποταγμένες σε αυτήν, κάτι που δεν εμποδίζει την προεκλογική εκστρατεία να διεξάγεται λες και ο επόμενος πρόεδρος θα μπορούσε να δράσει με πλήρη ελευθερία. Μια νίκη της Μαρίν Λεπέν θα μπορούσε να θέσει τέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση –η ίδια η υποψήφια μας προειδοποίησε: «Δεν θα γίνω η αντικαγκελάριος της κυρίας Μέρκελ». Αντίθετα, στην περίπτωση που ένα από τα φαβορί των εκλογών (και της Άνγκελα Μέρκελ), δηλαδή ο Φιγιόν ή ο Μακρόν, εγκατασταθεί στο Ελυζέ, η συνέχεια των προέδρων υπό τους οποίους έχουν υπηρετήσει θα είναι εξασφαλισμένη, η συνοχή με τους προσανατολισμούς της Κομισιόν θα διατηρηθεί και θα επικυρωθεί τόσο η γερμανική ηγεμονία όσο και ο ορντολιμπεραλισμός (12), με την πρώτη να παίζει τον ρόλο του υπεροπτικού φύλακα αγγέλου για τον δεύτερο. Η ερώτηση θα ήταν διαφορετική για τον Μπενουά Αμόν ή τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Αν εξαιρέσουμε τις ομοσπονδιακές τάσεις του πρώτου και τη στήριξή του στην ιδέα μιας πανευρωπαϊκής άμυνας, οι στόχοι τους μοιάζουν κοντινοί. Διαφέρουν όμως εντελώς τα μέσα για την επίτευξή τους, σε σημείο που οι δύο υποψηφιότητες γίνονται ανταγωνιστικές, διατρέχοντας η καθεμία τον κίνδυνο να μείνει έξω από την κούρσα. Με τον Μπενουά Αμόν είναι δύσκολο να αποφύγει κάποιος μια αίσθηση déjà-vu. Προσπαθώντας να συμβιβάσει την προσκόλλησή του στην Ε.Ε. και την ταυτόχρονη επιθυμία του να την δει να σπάει τον κύκλο της λιτότητας προς όφελος μιας πολιτικής περισσότερο ευνοϊκής προς την εργασία και το περιβάλλον και λιγότερο ανελέητης προς χώρες που τις πνίγει το χρέος τους όπως η Ελλάδα, ο υποψήφιος των σοσιαλιστών πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι ο επαναπροσανατολισμός στον οποίο προσβλέπει είναι δυνατός, ακόμα και στο πλαίσιο των σημερινών θεσμών. Ότι μπορούμε να «πετύχουμε απτά αποτελέσματα χωρίς να τα βάλουμε με ολόκληρη την Ευρώπη». Και βασίζει τις ελπίδες του σε μια ευρωπαϊκή Αριστερά που θα επανακτήσει την επιρροή της, ιδιαίτερα στη Γερμανία. Αυτή όμως είναι ακριβώς η ελπίδα που άφησε να σπιθίσει ο Φρανσουά Ολάντ πριν από πέντε χρόνια. Στις 12 Μαρτίου 2012, έκανε «επισήμως» τη δέσμευση, μπροστά στους Ευρωπαίους συντρόφους του που είχαν συγκεντρωθεί στο Παρίσι, να «επαναδιαπραγματευθεί το νέο ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας» στο οποίο είχαν συμφωνήσει Σαρκοζί και Μέρκελ. Λέγοντας: «Δεν είμαι μόνος μου, γιατί υπάρχει το προοδευτικό κίνημα στην Ευρώπη. Δεν θα είμαι μόνος μου γιατί υπάρχει η ψήφος του γαλλικού λαού που θα μου δώσει την εντολή». Η Σεσίλ Ντιφλό, που έγινε υπουργός Κατοικίας στην κυβέρνησή του, μας θυμίζει τη συνέχεια. «Όλος ο κόσμος περίμενε [ο Ολάντ] να ξεκινήσει το μπρα ντε φερ με την Άνγκελα Μέρκελ. (…) Θα γυρίζαμε επιτέλους την πλάτη στο δίδυμο Μέρκελ-Σαρκοζί. (…) Όσο φιλελεύθερος και άκαμπτος κι αν είναι, ο Ιταλός Μάριο Μόντι υπολόγιζε στη Γαλλία για να αντιστρέψει την τάση. Ο ιδιαίτερα συντηρητικός Μαριάνο Ραχόι έβλεπε στην εκλογή του Ολάντ την πιθανότητα να ξεσφίξει τη μέγγενη που έπνιγε την Ισπανία. Όσο για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, ήταν έτοιμες να ακολουθήσουν όποιον σωτήρα να ’ναι προκειμένου να αποφύγουν την καταστροφή (13)». Όλοι ξέρουμε τι έγινε τελικά. Στην ουσία, τίποτα που να μην έχει ήδη γίνει δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα (14). Εκείνη την εποχή, ο Φρανσουά Ολάντ ήταν στο τιμόνι του ΣΚ και ο Λιονέλ Ζοσπέν της κυβέρνησης. Λίγο νωρίτερα, ως πρελούδιο του ενιαίου νομίσματος, μόλις είχε γίνει η διαπραγμάτευση για το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», το οποίο προέβλεπε ένα σύνολο δημοσιονομικών μέτρων, μεταξύ τους και πρόστιμα σε περίπτωση υπερβολικών ελλειμμάτων. Όταν ήταν ηγέτης της αντιπολίτευσης, ο Λιονέλ Ζοσπέν δεν είχε παραλείψει να καταγγείλει το Σύμφωνο ως ένα «σούπερ Μάαστριχτ», μια «παράλογη υποχώρηση στη Γερμανία». Κι όμως, όταν έγινε πρωθυπουργός, τον Ιούνιο του 1997, αποδέχθηκε όλους τους όρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ, λίγες μέρες αργότερα. Ως αντίτιμο της συγκατάθεσής του, σύμφωνα με τον τότε υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί, είχε εξασφαλίσει «την πρώτη απόφαση για ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αφιερωμένο στην ανάπτυξη και την απασχόληση». Μια απόφαση με σημαντικότατα αποτελέσματα, όπως όλοι είδαμε στη συνέχεια. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση με πυρετό όποτε γίνονται εθνικές εκλογές Αμόν και Μελανσόν σκοπεύουν κι αυτοί να επαναδιαπραγματευτούν τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Θα έχουν άραγε τα μέσα αυτή τη φορά; Ο Μπενουά Αμόν δεν αμφισβητεί την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά ελπίζει να «εξελίξει το καταστατικό της». Συναινεί στον κανόνα του 3% του δημόσιου ελλείμματος, αλλά «επιθυμεί πολιτικές ανάκαμψης» συμβατές με τις οικολογικές φιλοδοξίες του. Προτείνει τη «θεσμοθέτηση μιας δημοκρατικής βουλής στη ευρωζώνη», αλλά δεν παραλείπει να διευκρινίσει αμέσως ότι «φυσικά θα δεχόμουν να το συζητήσουμε. Δεν θα πάω στο Βερολίνο ή αλλού να πω “ή αυτό ή τίποτα”, δεν έχει νόημα κάτι τέτοιο». Κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις αυτές απαιτούν τη σύμφωνη γνώμη όλων των Ευρωπαίων εταίρων και καμία τους δεν μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει τη στήριξη του Βερολίνου. Συνεπώς, ο Αμόν ελπίζει να τροποποιήσει τα δεδομένα χάρη σε ένα «τόξο συμμαχιών της ευρωπαϊκής Αριστεράς». Και απορρίπτει το ελάχιστα ενθαρρυντικό προηγούμενο του 2012: «Πιστεύω ότι οι Γερμανοί είναι πιο ανοιχτοί σήμερα απ’ ό,τι όταν ο κ. Ολάντ ανέλαβε την εξουσία». Ο φόβος της αποδιάρθρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη μία και η προοπτική της πολιτικής εναλλαγής στη Γερμανία από την άλλη θα ξαναμοίραζαν την τράπουλα προς όφελός του. «Ανήκω στο κόμμα της ελπίδας», παραδέχεται ωστόσο. Οι προσδοκίες όμως του Ζαν-Λυκ Μελανσόν έχουν αλλάξει από το 2012. Αφού «καμία προοδευτική πολιτική δεν είναι δυνατή» στην Ε.Ε. όπως αυτή είναι σήμερα, αν δεν μπορεί να υπάρξει «έξοδος σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές συνθήκες» ή μια ριζική αναδιατύπωσή τους (plan A), δεν αποκλείει πλέον τη «μονομερή έξοδο» (plan B). Καθώς δεν πιστεύει ιδιαίτερα σε μια επικείμενη και ταυτόχρονη άνοδο των δυνάμεων της Αριστεράς, οι οποίες έχουν μάλλον την τάση να υποχωρούν τα τελευταία χρόνια, η Γαλλία, δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Ένωσης, γίνεται στα μάτια του ο «μοχλός της ευρωπαϊκής μάχης». Ο Ζακ Ζενερέ, ένας από τους δύο υπευθύνους του προεδρικού προγράμματός του, συνοψίζει: «Η εξαναγκασμένη έξοδος της Γαλλίας θα σήμαινε πολύ απλά το τέλος και του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κανείς δεν ωφελείται από ένα τέτοιο ρίσκο. Κυρίως όχι η Γερμανία». Άρα, έστω και αν αρνηθεί να υποκύψει στους ευρωπαϊκούς κανόνες που θέτουν περιορισμούς στις οικονομικές προτεραιότητές της, «η Γαλλία μπορεί χωρίς φόβο, και αν το επιθυμεί, να παραμείνει στο ευρώ για όσο θελήσει (15)». Η Ευρωπαϊκή Ένωση στεκόταν εδώ και καιρό αδιάφορη μπροστά στις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, σίγουρη ότι ο βασικός προσανατολισμός των κρατών-μελών είναι «κλειδωμένος» από τις συνθήκες. Όμως, μετά την ψήφο για το «Brexit» και τη νίκη του Τραμπ, η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της. Μια Ένωση σε πυρετώδη κατάσταση παρακολουθεί πλέον κάθε εθνική κάλπη σαν να έπαιζε σ’ αυτήν τη ζωή της. Ακόμα και η νίκη ενός από τους Γάλλους υποψήφιους που την υποστηρίζουν δεν θα μπορούσε να την καθησυχάσει για πολύ. (Σ.τ.Μ.) Μορφή πολιτεύματος που βασίζεται στο Σύνταγμα. Η 5η Δημοκρατία διαδέχθηκε την 4η με το Σύνταγμα της 4ης Οκτωβρίου 1958. Gérard Davet και Fabrice Lhomme, «“Un président ne devrait pas dire ça… ”, Les secrets d’un quinquennat», Stock, Παρίσι, 2016. (Σ.τ.Μ.) Το άρθρο 49-3 του Συντάγματος επιτρέπει στην κυβέρνηση να κάνει αποδεκτό έναν νόμο χωρίς αυτός να ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο. Ομάδα που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Jean-François Trans. Βλ. Pierre Rimbert, «Toupie ou tout droit?», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2014. (Σ.τ.Μ) Υπουργός Άμυνας είναι ο Jean-Yves Le Drian και Γ.Γ. των Ηλυσίων είναι ο Jean-Pierre Jouyet, που συγκαταλέγονται μαζί με τον πρόεδρο στους πέντε συνολικά συγγραφείς τους βιβλίου. Βλ. «Le Grand Bond en arrière. Comment l’ordre libéral s’est imposé au monde», Agone, Μασσαλία, 2012. «Le Journal du dimanche», Παρίσι, 12 Μαρτίου 2017. Αναφέρεται από τον William Galston, «Steve Bannon and the “Global Tea Party”», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 1-3-2017. Δηλαδή για έναν μισθό που θα ήταν «αυξημένος κατά 20 %-25%» σε σχέση με το μισθό της προηγούμενης θέσης του. France 2, 9 Μαρτίου 2017. Βλ. «Le Front national verrouille l’ordre social», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2016. Βλ. Emmanuel Faux, Thomas Legrand et Gilles Perez, «La Main droite de Dieu. Enquête sur François Mitterrand et l’extrême droite», Seuil, Παρίσι, 1994. (Σ.τ.Μ.) Ο ορντολιμπεραλισμός (απλή μεταγραφή στα ελληνικά του όρου ordoliberalismus, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «εύτακτος φιλελευθερισμός») είναι η μεταπολεμική γερμανική εκδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, με κεντρικό δόγμα ότι η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς διασφαλίζεται μέσα από κάποιες παρεμβάσεις του κράτους και των νόμων. Cécile Duflot, «De l’intérieur. Voyage au pays de la désillusion», Fayard, Παρίσι, 2014. Βλ. «Quand la gauche renonçait au nom de l’Europe» και «L’audace ou l’enlisement», «Le Monde diplomatique», Ιούνιος 2005 και Απρίλιος 2012 αντίστοιχα. Από το δεύτερο βλ. το απόσπασμα που δημοσιεύουμε σήμερα. Jacques Généreux, «Les Bonnes Raisons de voter Mélenchon», Les Liens qui libèrent, Παρίσι, 2017.