Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Η καθημερινότητα στο Δημόσιο τομέα υγείας.

Η καθημερινότητα στο Δημόσιο τομέα της υγείας. Ναι είναι καταπληκτικό και ιστορικό να δημιουργήσει η κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ δημόσια ΠΦΥ που να εξυπηρετεί τους πάντες στη Χώρα. Αυτό όμως προγραμματισμένα αργεί να γίνει. Τώρα υφιστάμεθα τις συνέπειες ακόμα του νομοσχεδίου Γεωργιάδη του 2014 που αφάνισε τις υπάρχουσες υποδομές ΙΚΑ, προς όφελος των ιδιωτών. Στους ανθρώπινους πόρους έχουμε κρατήσει το 35% των δυνάμεων πολλοί με δικαστικές προσφυγές. Κάθε μέρα από τα παλιά πολυκέντρα υγείας φεύγουν δυσαρεστημένοι ασφαλισμένοι γιατί οι ελάχιστοι γιατροί ,υπερεντατικά εργαζόμενοι , δεν πρόλαβαν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες. Οι περιορισμοί στην πολυφαρμακία ,στα μη συνταγογραφούμενα, στις παροχές υγείας συσσωρεύουν αγανάκτηση και προστριβές να μην μπορούν να καλυφθούν πέρα από βαρύγδουπες ανακοινώσεις στοιχειώδεις καλύψεις ιατρικής φροντίδας. Το επίπεδο πρωτοβαθμίου όπως αξιοπρεπώς καλυπτόταν από 5700 γιατρούς-οδοντιάτρους έως το 2014 τώρα δολιχοδρομείται σε ιδιωτικούς ατραπούς. Γιατρούς έχουμε, ασθένειες έχουμε, σύστημα υγείας δεν έχουμε. Αντίθετα ανθούν και ανοίγουν ιδιωτικά επώνυμα κέντρα που προσφέρουν πρωτοβάθμια φροντίδα και πολλά κεφάλαια αξιοποιούνται εδώ για τους έχοντες. Δηλαδή στο 10-15% των Ελλήνων! Στα πλαίσια των παραδόξων της εποχής ελεγκτικά συνέδρια και άλλα καθεστηκυία και καταχρηστικώς δρώντα θεσμικά όργανα, πότε κόβουν λειτουργικά έξοδα της τάξεως 30-70 ευρώ και πότε αφήνουν κατηγορίες ολόκληρες εργαζομένων απλήρωτους επί 3μηνα και 6μηνα με μια ερμηνεία νόμων που ποτέ δεν παρουσιαζόταν όταν εργολάβοι και εξωχώριες ΚΕΕΛΠΝΟ λυμαίνονται τον τόπο! Όλοι οι εργατολόγοι και συνταγματολόγοι έχουν να επιδείξουν σημαντικά δείγματα κοινωνικής αναλγησίας με πολιτικό κίνητρο και χωρίς νομικά επιχειρήματα. Αυτά μπορεί να σημαίνουν ξεμείναμε από λάμπες, ασφάλειες, λουκέτα, σφουγγαρίστρες και λογής άλλα ζαρζαβατικά της καθημερινότητας. Το νέο νομοσχέδιο προβλέπει μικρό ταμείο στις μονάδες υγείας μια και οι προπληρωμένες τραπεζικές κάρτες δεν έχουν ανακαλυφθεί στο δημόσιο τομέα που διοικούν υπεύθυνοι δεμένοι χειροπόδαρα! Στα κτίρια έχουμε 58-60% των υπαρχόντων χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα ανακαινίσεων και εκσυγχρονισμού. Στα ενοίκια ουσιαστική εξοικονόμηση πόρων. Όλες οι ΔΥΠΕ εδώ έχουν να επιδείξουν σημαντικό έργο συγκράτησης Τεράστια ποσά από το σουρωτήρι που λεγόταν κρατικός κορβανάς έφευγαν σε ίδια συμφέροντα. Πρέπει να τονιστεί ότι σε 2 χρόνια οι διοικήσεις του Σύριζα από αναλήψεως έχουν να επιδείξουν ΕΡΓΟ κεφαλαιώδους σημασίας και αξίας. Οι τρύπες στο σουρωτήρι της Υγείας και πρόνοιας έχουν κλείσει σε βαθμό άνω του 50% και αυτό πρέπει να εκτιμηθεί .Πολλά ενεργειακά, οργανωτικά, διοικητικά, πολεοδομικά προβλήματα. Οι τεχνικές καλύψεις ανεπαρκείς. Οι εταιρείες λίγες και μονοπωλιακές λυμαίνονται ένα ακριβό αντικείμενο χωρίς τεχνικά συμβόλαια συνήθως. Οι έμπειροι διοικητικοί ξέρουν να διακρίνουν και τις προκλητές ανάγκες στο χώρο των συντηρήσεων. Τα ζητήματα ασφάλειας τεράστια και όλα ζητούν επειγόντως την τακτοποίησή τους.
Στην 1η ΔΥΠΕ έγγραφα παρκάρουν επί 20-30 μέρες στο πρωτόκολλο. Στο αντίστοιχο υπουργείο υγείας υπάρχει πρόγραμμα που παρακολουθείτε η κυκλική πορεία ενός εγγράφου επί δίμηνο από γραφείο σε αρμόδιο και από επιτροπή σε αναρμόδιο. Οι ελλείψεις προσωπικού σε παραγωγικά τμήματα (π.χ. γ διεύθυνση αγροτικών) εγκαταλείπει την ύπαιθρο επί 8μηνα χωρίς γιατρούς. Οι αυστηρές προδιαγραφές εξετάσεων και σύνταξης κλειστών συντεχνιών ειδικοτήτων καθιστούν την στελέχωση και παραγωγική αξιοποίηση δύσκαμπτη και με μονομερή ευνοιοκρατία. Βέβαια δεν μπορείς να κατηγορήσεις τους καινούργιους για τις αγκυλώσεις δεκαετιών αλλά η μη παρέμβαση σε επίπεδο αξιολόγησης- μετακίνησης προσώπων φέρνει την ασυδοσία και τον ωχαδερφισμό. Οι διορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι απο τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ επί 35 χρόνια σαμποτάρουν ή ανέχονται την σημερινή κυβέρνηση κάνοντας υπομονή να "κλείσει το διάλλειμα" και να έρθει ο "σωτήρας τους Μητσοτάκης". Έτσι νομίζουν. Οι συνδικαλιστικοί φορείς που τους εκπροσωπούν συνήθως εκφράζουν την έλλειψη συλλογικότητας και κοινωνικής θέασης των πεπραγμένων τους. Οι περικοπές μισθών των μνημονίων περιόρισαν έτι περαιτέρω το κίνητρο δραστηριότητάς τους. Τα γρηγορόσημα και οι προτάσεις ανταμοιβών των φιλελεύθερων αντιπολιτευτικών δυνάμεων παρέμειναν πάντα στη σφαίρα της φαντασίας. Ουδέν μονιμότερο από την εξαπάτηση του μικροαστού. Τα χρησιμοποιεί προεκλογικά και η κα Μερκελ στη δική της γραφειοκρατία τάχα ότι τώρα τιμωρεί τη μεσαία τάξη των χωρών του Νότου. Με σαρκασμό κομπάζουν «σωτήρες» σαν τον Λεβέντη για κοπή συντάξεων ,του Μητσοτάκη με απολύσεις όσων επιβουλεύεται, του Στ. Θεοδωράκη με γενική απαξία και των ΔΗΠΑΡΑΤ με τα περασμένα μεγαλεία που συνήθως επικαλούνται, τα ξέρουμε, τα έχουμε φάει κατακούτελα με χρεοκοπία! Φιλότιμες προσωπικές εξαιρέσεις φαντάζουν γραφικές και δακτυλοδεικτούμενες, οριακά πυροτεχνήματα.
Τα κονδύλια του ΕΣΠΑ για νέο εξοπλισμό δύσκολα βρίσκουν διεκπεραίωση. Έτσι μηχανήματα που θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει δωρεάν ο δημόσιος τομέας γίνονται προνόμιο μόνο συμβεβλημένων ιδιωτών με τον ΕΟΠΥΥ. Ο μοναδικός αγοραστής παροχών υγείας έχει το 99% των συμβάσεων του με τον ιδιωτικό τομέα και πολλές θεσμικές αγκυλώσεις νομοθετικών ανεπαρκειών από το χρεοκοπημένο παρελθόν και αναποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Χωρίς λιτότητα μπορεί και καλύτερα στην διαχείριση των 5,4 δις ετησίως ώστε να αποδίδονται σε αποτελεσματικές θεραπείες. Οι ανάγκες δεν καλύπτονται ο δρόμος μεταξύ πρωτοκόλλου και επιτροπών είναι σκεπασμένος τεχνικά σκαλοπάτια. Θα μπορούσαμε πολύ καλύτερη τύχη στη μάχη της καθημερινότητας, στην υγεία, στην παιδεία, στον αθλητισμό, στον πολιτισμό, στην απονομή συντάξεων και το κυνήγι του οικονομικού εγκλήματος αν η κυβέρνηση εκτός απο την διαπραγμάτευση είχε δώσει πιο πολύ βάρος στις κοινωνικές και συνειδησιακές δυνάμεις που την περιβάλλουν. 9-6-2017 Δρ Διονύσης Λαμπαδάριος Επιστ. Υπεύθυνος ΠΕΔΥ Νέου Κόσμου.

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Ακυρώθηκε η σκανδαλώδης μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας των Λιπασμάτων Καβάλας Παπαντωνίου Κώστας Δημοσίευση:στην ΑΥΓΗ 05 Μαΐου 2017 12:31 Ανδρέας Νεφελούδης (γ.γ. υπουργείου Εργασίας): Γίναμε πραγματικό υπουργείο Εργασίας από υπουργείο - τροχονόμος που έβλεπε τις απολύσεις να περνούν Με την πλάτη στον τοίχο η εργοδοσία, δεν μπορεί να απαλλαχθεί από τα βάρη του παρελθόντος. Στον προθάλαμο της επιστροφής τους οι 180 απολυμένοι εργαζόμενοι, ειδικά αν βγουν και θετικές οι δικαστικές αποφάσεις για τα εργασιακά Μια σημαντική πρώτη δικαίωση υπήρξε το μεσημέρι της Τετάρτης για τους 180 απολυμένους των Λιπασμάτων Καβάλας (ΒΦΛ). Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας - Θράκης έκανε δεκτή την προ δύο μηνών κατατεθειμένη προσφυγή τους και ακύρωσε τη μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του εργοστασίου από την εταιρεία ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ ΑΕΒΕ στην εταιρεία Λιπάσματα Νέας Καρβάλης Α.Ε., που είναι αμφότερες συμφερόντων Λαυρεντιάδη. Έτσι μπαίνει επιτέλους φρένο στη... συνήθεια του επιχειρηματία να φτιάχνει κάθε τόσο νέα εταιρεία, ώστε να απαλλάσσεται από χρέη και σοβαρές νομικές δεσμεύσεις, μεταξύ των οποίων κάποιες, ανάλογα με τις επικείμενες αποφάσεις του δικαστηρίου, θα αφορούν και τη δικαίωση εργασιακών αιτημάτων. Θυμίζουμε ότι οι 180 εργαζόμενοι είναι άνεργοι από τον Ιούνιο του 2016, όταν αρνήθηκαν υπογράψουν τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που τους πρότεινε η διοίκηση. Οι συμβάσεις επέτρεπαν στην εργοδοσία ακόμη και να απολύσει τους εργαζόμενους μόλις μια ώρα αφότου είχαν βάλει την υπογραφή τους. Η εταιρεία δεν αρκέστηκε στην απομάκρυνση των εργαζομένων, αλλά προχώρησε στη συνέχεια και σε μηνύσεις εναντίον τους για υποτιθέμενες δολιοφθορές, με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται ούτε αποζημιώσεις ούτε το επίδομα ανεργίας. Στον αντίποδα η κυβέρνηση επιχείρησε να στηρίξει τους εργαζόμενους με εφάπαξ ενίσχυση 1.000 ευρώ σε όσους παρέμεναν εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ, που ήταν λίγο περισσότεροι από 100.
Παρατυπία που βγάζει μάτι Σε ό,τι αφορά την άδεια που ακυρώθηκε, στο σκεπτικό της απόφασης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης επιβεβαιώνεται ότι επιχειρήθηκε να μεταβιβαστεί η άδεια από τη μητρική ELFE στη νέα εταιρεία Λιπάσματα Ν. Καρβάλης και όχι από την ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ. Η παρατυπία εντοπίζεται στο γεγονός ότι η άδεια της ELFE είχε παύσει να ισχύει το 2015, όταν μεταβιβάστηκε το σύνολο της παραγωγικής δραστηριότητας στις τότε νέες θυγατρικές εταιρείες ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ ΑΕΒΕ και PFIC Ltd. Συνεπώς η απόφαση αφήνει εκτεθειμένους υπαλλήλους στην Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας, που είχε αποφασίσει να βάλει πριν από δύο χρόνια τέλος στην ισχύ της άδειας της ELFE, όμως δύο χρόνια μετά υπεγράφη η μεταβίβασή της από τους υπαλλήλους! Και μάλιστα ενώ είχαν υπάρξει έγγραφες αντιρρήσεις των συναρμόδιων υπουργείων. Εκτεθειμένος είναι και ο αντιπεριφερειάρχης Θόδωρος Μαρκόπουλος, που επικύρωσε τη μεταβίβαση. «Επιτέλους αρχίζουν να φαίνονται οι παρανομίες του κύριου Λαυρεντιάδη και αχνοφαίνεται ποιοι στήριξαν τις παράνομες πρακτικές» δήλωσε στην «Α» μετά την ανακοίνωση της απόφασης ο πρόεδρος του σωματείου των εργαζομένων Νίκος Βογιατζίδης. Πρόσθεσε ότι ο αγώνας των εργαζομένων δεν σταματά εδώ και πλέον η προσοχή εστιάζεται στο αμιγώς εργασιακό κομμάτι και τις επικείμενες δικαστικές αποφάσεις. Για την έκβαση των υποθέσεων υπάρχει αισιοδοξία, καθώς «έχουν καταδειχθεί όλες οι πλευρές και οι παρανομίες του κ. Λαυρεντιάδη».
Έμειναν ενωμένοι 11 μήνες απλήρωτοι Παρά τις δυσκολίες οι εργαζόμενοι κατάφεραν να μείνουν όλους αυτούς τους μήνες ενωμένοι. «Το μέτωπο είναι αρραγές» σχολίασε στην “Α” ο Ν. Βογιατζίδης και εξήγησε γιατί θεωρείται από τους εργαζόμενους μονόδρομος η επιστροφή τους στη βιομηχανία. «Έχουμε δώσει τη ζωή μας για το εργοστάσιο, σε σημείο που βάλαμε ακόμη και πλάτη χωρίς να κυνηγάμε την εταιρεία για οφειλές την περίοδο που βρισκόταν στη φυλακή ο κ. Λαυρεντιάδης. Εκείνος όμως, μόλις βγήκε, είδαμε πώς φέρθηκε». Δικαιωμένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων αισθάνονται και στο υπουργείο Εργασίας, καθώς, όπως αναφέρουν, έσκυψαν πάνω από το πρόβλημα στην αρχή του και ενεργοποίησαν εγκαίρως τους μηχανισμούς δημόσιας διοίκησης. Στάση την οποία τους αναγνωρίζουν και οι εργαζόμενοι. «Δεν είμαστε υπουργείο - τροχονόμος για να βλέπουμε τις απολύσεις να περνούν. Είμαστε υπουργείο Εργασίας με την πραγματική έννοια του όρου και μαζί με τους εργαζόμενους προσπαθούμε να βρούμε λύση» σημείωσε στην «Α» ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Ανδρέας Νεφελούδης.
"Θα λογοδοτήσουν όσοι υπέγραψαν" Όσον αφορά το μέλλον ο γ.γ υπογράμμισε ότι οι λύσεις είναι συγκεκριμένες. «Το μητρικό σχήμα θα πρέπει να αποκαταστήσει πλήρως τα εργασιακά δικαιώματα, να αποσύρει τις μηνύσεις και να διαπραγματευθεί με το σωματείο για τους μισθούς». Και για το πώς θα προχωρήσουν τα παραπάνω ο Αν. Νεφελούδης επισήμανε ότι για την εργοδοσία δεν υπάρχουν περιθώρια, αφού «δεν έχει άδεια να λειτουργήσει το εργοστάσιο και μπορεί αύριο κιόλας με έναν έλεγχο το ΣΕΠΕ να το κλείσει την ίδια στιγμή». Στο ενδεχόμενο να διαδοθεί πως η κυβέρνηση... κλείνει το εργοστάσιο, απάντησε όπως και στον ρ/σ του Κόκκινου στην Καβάλα: «Μην τολμήσει κανείς να εμφανιστεί λέγοντας ότι τώρα θα κλείσει το εργοστάσιο, διότι δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Όσοι το κάνουν θα πρέπει να καταγγελθούν συνολικά από όλο το πολιτικό και διοικητικό σύστημα και την κοινωνία της Καβάλας, διότι αυτό αποτελεί ακραίο εκβιασμό για να αναπαραχθεί η παρανομία». Τέλος είπε ότι θα διαβίβαζε χθες την απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στο Σώμα Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, διότι "δεν μπορεί να μην προκύπτουν ευθύνες για όσους έχουν βάλει την υπογραφή τους για την πρώτη αδειοδότηση».

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Γαλλία: H παγίδα της χρήσιμης ψήφου, για ακόμη μία φορά

Serge Halimi - Μετάφραση: Βάλια Καϊμάκη πηγή: Le Monde diplomatique ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ 16-4-2017 Γαλλία: H παγίδα της χρήσιμης ψήφου, για ακόμη μία φορά Η Ευρωπαϊκή Ένωση στεκόταν εδώ και καιρό αδιάφορη μπροστά στις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, σίγουρη ότι ο βασικός προσανατολισμός των κρατών-μελών είναι «κλειδωμένος» από τις συνθήκες. Όμως, μετά την ψήφο για το «Brexit» και τη νίκη του Τραμπ, η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της. Μια Ένωση σε πυρετώδη κατάσταση παρακολουθεί πλέον κάθε εθνική κάλπη σαν να έπαιζε σ’ αυτήν τη ζωή της. Ακόμα και η νίκη ενός από τους Γάλλους υποψήφιους που την υποστηρίζουν δεν θα μπορούσε να την καθησυχάσει για πολύ. urne_vote_france-480x250.jpg Facebook Twitter Ο πρώτος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών, στις 23 Απριλίου, θα φέρει αντιμέτωπους έντεκα υποψηφίους με διαφορετικές απόψεις. Ο πλουραλισμός αυτός κατά ένα μέρος αμαυρώθηκε από τις δικαστικές υποθέσεις και από τον υπερβολικό χώρο που τα μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν στον ασταμάτητο χορό των δημοσκοπήσεων. Παρ’ όλα αυτά, η αντίληψη της βαθιά αντιδημοκρατικής φύσης των γαλλικών και των ευρωπαϊκών θεσμών κυριαρχεί στο μυαλό των ψηφοφόρων. Όμως η μετάφραση σε εκλογικούς όρους αυτής της νέας συνείδησης κινδυνεύει να παρεκκλίνει εξαιτίας της παγίδας της «χρήσιμης ψήφου», η οποία προβάλλει ως αντίπαλο στην ακροδεξιά έναν λάτρη της παγκοσμιοποίησης. Μπαίνουμε σε μια πολιτική εποχή όπου, όταν μια φράση ξεκινά με το «Είναι η πρώτη φορά που…», συνήθως ανακοινώνει την έλευση μιας αδιανόητης μέχρι τώρα πραγματικότητας. Έτσι, αυτήν την άνοιξη του 2017, οι προεδρικές εκλογές σηματοδοτούν την πρώτη φορά που δεν αναρωτιόμαστε πια για την παρουσία του Εθνικού Μετώπου (ΕΜ) στον δεύτερο γύρο –αντίθετα, εξετάζουμε την υπόθεση, ακόμα αρκετά απίθανη, μιας νίκης του. Την πρώτη φορά που κανείς δεν υπερασπίζεται τον απολογισμό μιας θητείας, την ίδια στιγμή που δύο πρώην υπουργοί του απερχόμενου προέδρου, ο Μπενουά Αμόν (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και ο Εμμανουέλ Μακρόν (En marche!) παίρνουν μέρος στις εκλογές. Όπως και την πρώτη φορά κατά την οποία οι υποψήφιοι του ΣΚ και της Δεξιάς, που κυβέρνησαν τη Γαλλία χωρίς διακοπή από την αρχή της 5ης Δημοκρατίας (1), μπορεί να αποκλειστούν στον πρώτο γύρο.
Μάταια θα ψάχναμε προηγούμενο για μια καμπάνια που να έχει γεμίσει τόσα παράσιτα από τη συνεχή ενημέρωση, τις δικαστικές υποθέσεις, τη γενική ανικανότητα να κρατηθεί η προσοχή κάποιου σε ένα ουσιαστικό ζήτημα για περισσότερες από 24 ώρες. Και δεν υπάρχει σίγουρα καμία προηγούμενη περίπτωση ενός σημαντικού υποψηφίου που να διώκεται για διασπάθιση δημοσίου χρήματος, ενώ εδώ και δέκα χρόνια διακήρυττε ότι η Γαλλία βρίσκεται σε πτώχευση. Η παραίτηση του απερχόμενου προέδρου από τη διεκδίκηση μιας δεύτερης θητείας ίσως και να αποκρύπτει το σημείο εκκίνησης όλης αυτής της αναταραχής. Κατά τη διάρκεια της πενταετούς θητείας του που ολοκληρώνεται, ο Φρανσουά Ολάντ αναδείχθηκε στον λιγότερο δημοφιλή Πρόεδρο Δημοκρατίας της 5ης Δημοκρατίας –και αυτό αφότου ο προκάτοχός του, Νικολά Σαρκοζί, είχε ήδη γνωρίσει τη λαϊκή κατακραυγή. Κι όμως, ο σοσιαλιστής πρόεδρος είχε παραδεχθεί πώς έζησε «πέντε χρόνια σχεδόν απόλυτης εξουσίας (2)». Τον Ιούνιο του 2012, για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήλεγχε την προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, τη Βουλή, τη Γερουσία, 21 από τις 22 περιφέρειες, 56 από τα 96 διαμερίσματα και 27 από τις 39 πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων. Σε αυτήν την εξουσία ο κ. Ολάντ έκανε μια χρήση αυθαίρετη όσο και μοναχική. Εκείνος αποφάσισε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενέπλεξε τη Γαλλία σε πολλές εξωτερικές συρράξεις, επέτρεψε τη δολοφονία απλών υπόπτων μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Είναι επίσης εκείνος που άλλαξε τον κώδικα εργασίας, υποχρεώνοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του να δεχθεί μια μεταρρύθμιση που αρνούνταν να υποστηρίξει (προσφυγή στο άρθρο 49-3 του Συντάγματος) και για την οποία ούτε η πλειοψηφία ούτε ο ίδιος είχαν λάβει εντολή από τον λαό (3). Χωρίς να ξεχνάμε και την αναμόρφωση του χάρτη των γαλλικών περιφερειών, τον οποία ο αρχηγός του κράτους σχεδίασε από το γραφείο του στο παλάτι των Ηλυσίων. Να λοιπόν κάτι που θέτει με ένταση το ζήτημα των θεσμών της 5ης Δημοκρατίας: ο Μπενουά Αμόν και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν (La France insoumise) δεσμεύτηκαν να το εξετάσουν, αλλά ο Φρανσουά Φιγιόν (Les Républicains) και ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν το συζητούν, όπως άλλωστε και η Μαρίν Λεπέν. Σε καμία άλλη δυτική δημοκρατία δεν υπάρχει τόση μεγάλη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου. Πέρα από τον –πραγματικό– κίνδυνο να υπάρξει κάποτε ένας Πρόεδρος λιγότερο «καλοπροαίρετος» από αυτόν που σήμερα απέρχεται, οι ηχηρές διακηρύξεις για τη γαλλική δημοκρατία οδηγούν σ’ ένα συμπέρασμα που η προεδρία του Φρανσουά Ολάντ έκανε πασιφανές: η μοναχική άσκηση της εξουσίας εδραιώνει την απεριόριστη δυνατότητα να ποδοπατείς τις δεσμεύσεις μιας προεκλογικής εκστρατείας, η οποία όμως θα έπρεπε να συμπυκνώνει την εντολή του κυρίαρχου λαού.
Ο Φρανσουά Ολάντ είχε δεσμευτεί να προασπίσει τη γαλλική σιδηρουργία, αλλά ενέκρινε το κλείσιμο του εργοστασίου της Φλοράνζ. Έπρεπε να είχε επαναδιαπραγματευθεί το ευρωπαϊκό σύμφωνο σταθερότητας, κάτι που εγκατέλειψε ήδη από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του. Υποσχόταν να «αναστρέψει την καμπύλη της ανεργίας» πριν από το τέλος του 2013, ενώ αυτή συνέχισε την άνοδό της για τρία ακόμη χρόνια. Ωστόσο, η αίσθηση προδοσίας που ρίζωσε στα πνεύματα προκλήθηκε χωρίς αμφιβολία εξαιτίας μιας φράσης που σημάδεψε την καμπάνια του 2012 και που ακούσαμε και ξανακούσαμε εκατό φορές από τότε: «Ο μόνος μου αντίπαλος είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας». Μόλις όμως εκλέχθηκε, ο Φρανσουά Ολάντ πήρε έναν πρώην τραπεζίτη των Ρότσιλντ για σύμβουλο, πριν του δώσει τα κλειδιά του υπουργείου Οικονομίας. Ο ευνοϊκός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη τον Εμμανουέλ Μακρόν είναι ακόμα πιο ανησυχητικός, καθώς ενέχει τον κίνδυνο να εκτοξεύσει στο υψηλότερο αξίωμα τον άξιο, αν και πατροκτόνο, κληρονόμο του απερχόμενου προέδρου με την απαράμιλλα χαμηλή δημοτικότητα. «Ο Εμμανουέλ Μακρόν είναι εγώ, ξέρει τι μου χρωστάει», πέταξε μια μέρα ο Φρανσουά Ολάντ. Σίγουρα ο Μακρόν δεν είναι σοσιαλιστής αλλά ούτε και ο Ολάντ είναι. Ο ένας το διακηρύττει, ο άλλος υπεκφεύγει. Οι δηλώσεις του πρώτου γυρίζουν την πλάτη σε μια αριστερή παράδοση που αποκήρυττε «το χρήμα» ή «τον χρηματοπιστωτικό τομέα», κάτι που όμως ανταποκρίνεται στις πεποιθήσεις του δεύτερου, όπως τις εξέφραζε το 1985 σε ένα βιβλίο με τίτλο «La gauche bouge» («Η Αριστερά κινείται»), που είχαν συγγράψει ο νυν υπουργός Άμυνας μαζί με τον Γενικό Γραμματέα του Μεγάρου των Ηλυσίων (4). Στο βιβλίο υπήρχε ήδη η αγαπημένη ιδέα του κ. Μακρόν, αν και θαμμένη κάτω από ένα σωρό κενών λέξεων, για μια νέα κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στην καλλιεργημένη μεσαία τάξη και τη φιλελεύθερη εργοδοσία, με συγκολλητικό ιστό την κοινή βούληση να εξαπλωθούν σε μια παγκόσμια αγορά. «Επιχειρηματικότητα» αντί για «κρατική βοήθεια», κέρδος αντί για προσόδους, μεταρρυθμιστές και εκσυγχρονιστές εναντίον εξτρεμιστών και αναχρονιστών, άρνηση της νοσταλγίας των «καμηλιέρηδων και των νερουλάδων»: ακούγοντας τον Μακρόν, νομίζεις ότι ακούς τον Μπιλ Κλίντον το 1990 ή τον Τόνι Μπλερ και τον Γκέρχαρντ Σρέντερ μερικά χρόνια αργότερα (5). Και, αν τον ακολουθήσεις, είναι σαν να αποδέχεσαι να συμμετάσχεις με ακόμη μεγαλύτερη τόλμη στον «τρίτο δρόμο» του νεοφιλελεύθερου προοδευτισμού. Σε εκείνον που εξαπάτησε το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αφήνοντάς τους να γλιστρήσουν στον γκρεμό όπου κείτονται σήμερα. «Το πρόγραμμα του Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο»
«Υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης» και «κόμμα των Βρυξελλών» ενάντια στους «πατριώτες»: η Μαρίν Λεπέν μάλλον παίρνει μεγάλη χαρά που η πολιτική αντιπαράθεση συμπυκνώνεται σε αυτήν τη διχοτομία. Βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος και πυλώνας της καμπάνιας Μακρόν, ο Ρισάρ Φεράν μοιάζει να προλαβαίνει τις επιθυμίες της: «Από τη μία είναι οι νεοεθνικιστές, αντιδραστικοί και υπέρμαχοι της εθνικής ταυτότητας. Και από την άλλη οι προοδευτικοί που πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι απαραίτητη» (6). Δεν είναι αθώα μια τέτοια δόμηση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Στόχος είναι, και από τις δύο πλευρές, να υποβαθμιστεί το ζήτημα των ταξικών συμφερόντων, τροφοδοτώντας τους μεν με τον τρόμο της «εθνικής ταυτότητας» και τους άλλους με «αντιδραστικές» προτροπές. Όσο όμως κι αν δεν αρέσει στους προοδευτικούς της αγοράς, εκείνοι που «θεωρούν την Ευρώπη απαραίτητη» έχουν κοινωνική ταυτότητα. Οι «αποσπασμένοι εργαζόμενοι» που δημιούργησε μια Οδηγία των Βρυξελλών το 1996, ο αριθμός των οποίων έχει δεκαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, είναι πιο συχνά εργαζόμενοι στην οικοδομή ή στα χωράφια παρά χειρουργοί ή αντικέρ. Εκείνο που «νομίζουν» τα θύματα αυτού του μηχανισμού είναι πρώτα και κύρια εκείνο που με φόβο αντιλαμβάνονται, δηλαδή ένα μισθολογικό ντάμπινγκ το οποίο απειλεί της συνθήκες της ύπαρξής τους. Γι’ αυτούς η Ευρώπη δεν συνοψίζεται στο πρόγραμμα Erasmus και στην «Ωδή στη χαρά». Ο Στίβεν Μπάνον, στρατηγικός πολιτικός αναλυτής του Ντόναλντ Τραμπ, κατάλαβε το όφελος που μπορούσε να έχει η εθνικιστική Δεξιά από τον κοινωνικό υποβιβασμό ο οποίος σχεδόν πάντα συνοδεύει τους εορτασμούς του παγκόσμιου χωριού. «Η καρδιά του πιστεύω μας είναι ότι είμαστε ένα έθνος με μία οικονομία και όχι μια κάποια οικονομία δεν ξέρω ’γω σε ποια παγκόσμια αγορά με ανοιχτά σύνορα. Οι εργαζόμενοι του κόσμου βαρέθηκαν να είναι υποταγμένοι στο κόμμα του Νταβός. Οι Νεοϋορκέζοι αισθάνονται πλέον πιο κοντά στους κατοίκους του Λονδίνου ή του Βερολίνου παρά σε εκείνους του Κάνσας ή του Κολοράντο και μοιράζονται με τους πρώτους την νοοτροπία μιας ελίτ που θέλει να υπαγορεύσει σε όλους τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κυβερνάται ο κόσμος (7)», εξηγεί. Όταν στις δημόσιες συγκεντρώσεις του, τις κατάσπαρτες με ευρωπαϊκές σημαίες, ο Μακρόν υμνεί την κινητικότητα, ζητά την «ανάκαμψη από τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών» και δεσμεύεται να καταργήσει το επίδομα ανεργίας όταν ο δικαιούχος αρνείται για δεύτερη φορά μια «αξιοπρεπή θέση (8)», πώς να διαχωρίσεις τις πολιτικές θέσεις του από τα συμφέροντα των ολιγαρχών του χρήματος και της γνώσης που αποτελούν το «κόμμα του Νταβός»; Εύκολα φαντάζεται κάποιος τη ζημιά στη δημοκρατία την οποία θα επέφερε μια πιθανή τηλεμαχία ανάμεσα σε αυτόν και τη Λεπέν, ακριβώς εκείνη που τα ΜΜΕ έχουν βαλθεί να προγραμματίσουν. Εδώ και είκοσι χρόνια η θεωρία της «χρήσιμης ψήφου» παρουσιάζει τα δύο κυρίαρχα κόμματα στις επάλξεις εναντίον μιας άκρας Δεξιάς, την οποία όμως τα ίδια ευνόησαν με τις επιλογές και τις συγκλίνουσες απόψεις τους. «Σήμερα, το σχέδιο του Εμμανουέλ Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο (9)», εκτιμά ο Μπενουά Αμόν. Όμως, αντίστοιχα, η δύναμη του ΕΜ ενίσχυσε το μονοπώλιο της εξουσίας των αντιπάλων του, μαζί και των σοσιαλιστών (10). Από το 1981, ο Φρανσουά Μιτεράν υπολόγιζε πώς μια ισχυρή Ακροδεξιά θα υποχρέωνε τη Δεξιά να συμπράξει μαζί της, με τον κίνδυνο να χάσει και η ίδια τα ποσοστά της (11). Ο ελιγμός αναστράφηκε τον Απρίλιο του 2002, όταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν βρέθηκε αντίπαλος με τον Ζακ Σιράκ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Από τότε η Δεξιά αρκεί να ξεπεράσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε οποιαδήποτε κάλπη, εθνική ή τοπική, για να γίνει αμέσως στα μάτια σχεδόν όλης της Αριστεράς ο αρχάγγελος της δημοκρατίας, του πολιτισμού, του γαλλικού κοσμικού κράτους.
Θεσμοί μοναρχικού τύπου που επιτρέπουν τέτοιες πονηριές και τέτοιες κυβιστήσεις, μια πολιτική ζωή μαγκωμένη από τον φόβο του χειρότερου, μέσα ενημέρωσης που αποδέχονται αυτές τις πονηριές ενώ ταυτόχρονα ταΐζουν αυτόν τον φόβο… Κι ύστερα υπάρχει και… η Ευρώπη. Η πλειονότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Γαλλίας είναι υποταγμένες σε αυτήν, κάτι που δεν εμποδίζει την προεκλογική εκστρατεία να διεξάγεται λες και ο επόμενος πρόεδρος θα μπορούσε να δράσει με πλήρη ελευθερία. Μια νίκη της Μαρίν Λεπέν θα μπορούσε να θέσει τέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση –η ίδια η υποψήφια μας προειδοποίησε: «Δεν θα γίνω η αντικαγκελάριος της κυρίας Μέρκελ». Αντίθετα, στην περίπτωση που ένα από τα φαβορί των εκλογών (και της Άνγκελα Μέρκελ), δηλαδή ο Φιγιόν ή ο Μακρόν, εγκατασταθεί στο Ελυζέ, η συνέχεια των προέδρων υπό τους οποίους έχουν υπηρετήσει θα είναι εξασφαλισμένη, η συνοχή με τους προσανατολισμούς της Κομισιόν θα διατηρηθεί και θα επικυρωθεί τόσο η γερμανική ηγεμονία όσο και ο ορντολιμπεραλισμός (12), με την πρώτη να παίζει τον ρόλο του υπεροπτικού φύλακα αγγέλου για τον δεύτερο. Η ερώτηση θα ήταν διαφορετική για τον Μπενουά Αμόν ή τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Αν εξαιρέσουμε τις ομοσπονδιακές τάσεις του πρώτου και τη στήριξή του στην ιδέα μιας πανευρωπαϊκής άμυνας, οι στόχοι τους μοιάζουν κοντινοί. Διαφέρουν όμως εντελώς τα μέσα για την επίτευξή τους, σε σημείο που οι δύο υποψηφιότητες γίνονται ανταγωνιστικές, διατρέχοντας η καθεμία τον κίνδυνο να μείνει έξω από την κούρσα. Με τον Μπενουά Αμόν είναι δύσκολο να αποφύγει κάποιος μια αίσθηση déjà-vu. Προσπαθώντας να συμβιβάσει την προσκόλλησή του στην Ε.Ε. και την ταυτόχρονη επιθυμία του να την δει να σπάει τον κύκλο της λιτότητας προς όφελος μιας πολιτικής περισσότερο ευνοϊκής προς την εργασία και το περιβάλλον και λιγότερο ανελέητης προς χώρες που τις πνίγει το χρέος τους όπως η Ελλάδα, ο υποψήφιος των σοσιαλιστών πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι ο επαναπροσανατολισμός στον οποίο προσβλέπει είναι δυνατός, ακόμα και στο πλαίσιο των σημερινών θεσμών. Ότι μπορούμε να «πετύχουμε απτά αποτελέσματα χωρίς να τα βάλουμε με ολόκληρη την Ευρώπη». Και βασίζει τις ελπίδες του σε μια ευρωπαϊκή Αριστερά που θα επανακτήσει την επιρροή της, ιδιαίτερα στη Γερμανία. Αυτή όμως είναι ακριβώς η ελπίδα που άφησε να σπιθίσει ο Φρανσουά Ολάντ πριν από πέντε χρόνια. Στις 12 Μαρτίου 2012, έκανε «επισήμως» τη δέσμευση, μπροστά στους Ευρωπαίους συντρόφους του που είχαν συγκεντρωθεί στο Παρίσι, να «επαναδιαπραγματευθεί το νέο ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας» στο οποίο είχαν συμφωνήσει Σαρκοζί και Μέρκελ. Λέγοντας: «Δεν είμαι μόνος μου, γιατί υπάρχει το προοδευτικό κίνημα στην Ευρώπη. Δεν θα είμαι μόνος μου γιατί υπάρχει η ψήφος του γαλλικού λαού που θα μου δώσει την εντολή». Η Σεσίλ Ντιφλό, που έγινε υπουργός Κατοικίας στην κυβέρνησή του, μας θυμίζει τη συνέχεια. «Όλος ο κόσμος περίμενε [ο Ολάντ] να ξεκινήσει το μπρα ντε φερ με την Άνγκελα Μέρκελ. (…) Θα γυρίζαμε επιτέλους την πλάτη στο δίδυμο Μέρκελ-Σαρκοζί. (…) Όσο φιλελεύθερος και άκαμπτος κι αν είναι, ο Ιταλός Μάριο Μόντι υπολόγιζε στη Γαλλία για να αντιστρέψει την τάση. Ο ιδιαίτερα συντηρητικός Μαριάνο Ραχόι έβλεπε στην εκλογή του Ολάντ την πιθανότητα να ξεσφίξει τη μέγγενη που έπνιγε την Ισπανία. Όσο για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, ήταν έτοιμες να ακολουθήσουν όποιον σωτήρα να ’ναι προκειμένου να αποφύγουν την καταστροφή (13)». Όλοι ξέρουμε τι έγινε τελικά. Στην ουσία, τίποτα που να μην έχει ήδη γίνει δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα (14). Εκείνη την εποχή, ο Φρανσουά Ολάντ ήταν στο τιμόνι του ΣΚ και ο Λιονέλ Ζοσπέν της κυβέρνησης. Λίγο νωρίτερα, ως πρελούδιο του ενιαίου νομίσματος, μόλις είχε γίνει η διαπραγμάτευση για το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», το οποίο προέβλεπε ένα σύνολο δημοσιονομικών μέτρων, μεταξύ τους και πρόστιμα σε περίπτωση υπερβολικών ελλειμμάτων. Όταν ήταν ηγέτης της αντιπολίτευσης, ο Λιονέλ Ζοσπέν δεν είχε παραλείψει να καταγγείλει το Σύμφωνο ως ένα «σούπερ Μάαστριχτ», μια «παράλογη υποχώρηση στη Γερμανία». Κι όμως, όταν έγινε πρωθυπουργός, τον Ιούνιο του 1997, αποδέχθηκε όλους τους όρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ, λίγες μέρες αργότερα. Ως αντίτιμο της συγκατάθεσής του, σύμφωνα με τον τότε υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί, είχε εξασφαλίσει «την πρώτη απόφαση για ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αφιερωμένο στην ανάπτυξη και την απασχόληση». Μια απόφαση με σημαντικότατα αποτελέσματα, όπως όλοι είδαμε στη συνέχεια. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση με πυρετό όποτε γίνονται εθνικές εκλογές Αμόν και Μελανσόν σκοπεύουν κι αυτοί να επαναδιαπραγματευτούν τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Θα έχουν άραγε τα μέσα αυτή τη φορά; Ο Μπενουά Αμόν δεν αμφισβητεί την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά ελπίζει να «εξελίξει το καταστατικό της». Συναινεί στον κανόνα του 3% του δημόσιου ελλείμματος, αλλά «επιθυμεί πολιτικές ανάκαμψης» συμβατές με τις οικολογικές φιλοδοξίες του. Προτείνει τη «θεσμοθέτηση μιας δημοκρατικής βουλής στη ευρωζώνη», αλλά δεν παραλείπει να διευκρινίσει αμέσως ότι «φυσικά θα δεχόμουν να το συζητήσουμε. Δεν θα πάω στο Βερολίνο ή αλλού να πω “ή αυτό ή τίποτα”, δεν έχει νόημα κάτι τέτοιο». Κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις αυτές απαιτούν τη σύμφωνη γνώμη όλων των Ευρωπαίων εταίρων και καμία τους δεν μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει τη στήριξη του Βερολίνου. Συνεπώς, ο Αμόν ελπίζει να τροποποιήσει τα δεδομένα χάρη σε ένα «τόξο συμμαχιών της ευρωπαϊκής Αριστεράς». Και απορρίπτει το ελάχιστα ενθαρρυντικό προηγούμενο του 2012: «Πιστεύω ότι οι Γερμανοί είναι πιο ανοιχτοί σήμερα απ’ ό,τι όταν ο κ. Ολάντ ανέλαβε την εξουσία». Ο φόβος της αποδιάρθρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη μία και η προοπτική της πολιτικής εναλλαγής στη Γερμανία από την άλλη θα ξαναμοίραζαν την τράπουλα προς όφελός του. «Ανήκω στο κόμμα της ελπίδας», παραδέχεται ωστόσο. Οι προσδοκίες όμως του Ζαν-Λυκ Μελανσόν έχουν αλλάξει από το 2012. Αφού «καμία προοδευτική πολιτική δεν είναι δυνατή» στην Ε.Ε. όπως αυτή είναι σήμερα, αν δεν μπορεί να υπάρξει «έξοδος σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές συνθήκες» ή μια ριζική αναδιατύπωσή τους (plan A), δεν αποκλείει πλέον τη «μονομερή έξοδο» (plan B). Καθώς δεν πιστεύει ιδιαίτερα σε μια επικείμενη και ταυτόχρονη άνοδο των δυνάμεων της Αριστεράς, οι οποίες έχουν μάλλον την τάση να υποχωρούν τα τελευταία χρόνια, η Γαλλία, δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Ένωσης, γίνεται στα μάτια του ο «μοχλός της ευρωπαϊκής μάχης». Ο Ζακ Ζενερέ, ένας από τους δύο υπευθύνους του προεδρικού προγράμματός του, συνοψίζει: «Η εξαναγκασμένη έξοδος της Γαλλίας θα σήμαινε πολύ απλά το τέλος και του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κανείς δεν ωφελείται από ένα τέτοιο ρίσκο. Κυρίως όχι η Γερμανία». Άρα, έστω και αν αρνηθεί να υποκύψει στους ευρωπαϊκούς κανόνες που θέτουν περιορισμούς στις οικονομικές προτεραιότητές της, «η Γαλλία μπορεί χωρίς φόβο, και αν το επιθυμεί, να παραμείνει στο ευρώ για όσο θελήσει (15)». Η Ευρωπαϊκή Ένωση στεκόταν εδώ και καιρό αδιάφορη μπροστά στις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, σίγουρη ότι ο βασικός προσανατολισμός των κρατών-μελών είναι «κλειδωμένος» από τις συνθήκες. Όμως, μετά την ψήφο για το «Brexit» και τη νίκη του Τραμπ, η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της. Μια Ένωση σε πυρετώδη κατάσταση παρακολουθεί πλέον κάθε εθνική κάλπη σαν να έπαιζε σ’ αυτήν τη ζωή της. Ακόμα και η νίκη ενός από τους Γάλλους υποψήφιους που την υποστηρίζουν δεν θα μπορούσε να την καθησυχάσει για πολύ. (Σ.τ.Μ.) Μορφή πολιτεύματος που βασίζεται στο Σύνταγμα. Η 5η Δημοκρατία διαδέχθηκε την 4η με το Σύνταγμα της 4ης Οκτωβρίου 1958. Gérard Davet και Fabrice Lhomme, «“Un président ne devrait pas dire ça… ”, Les secrets d’un quinquennat», Stock, Παρίσι, 2016. (Σ.τ.Μ.) Το άρθρο 49-3 του Συντάγματος επιτρέπει στην κυβέρνηση να κάνει αποδεκτό έναν νόμο χωρίς αυτός να ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο. Ομάδα που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Jean-François Trans. Βλ. Pierre Rimbert, «Toupie ou tout droit?», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2014. (Σ.τ.Μ) Υπουργός Άμυνας είναι ο Jean-Yves Le Drian και Γ.Γ. των Ηλυσίων είναι ο Jean-Pierre Jouyet, που συγκαταλέγονται μαζί με τον πρόεδρο στους πέντε συνολικά συγγραφείς τους βιβλίου. Βλ. «Le Grand Bond en arrière. Comment l’ordre libéral s’est imposé au monde», Agone, Μασσαλία, 2012. «Le Journal du dimanche», Παρίσι, 12 Μαρτίου 2017. Αναφέρεται από τον William Galston, «Steve Bannon and the “Global Tea Party”», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 1-3-2017. Δηλαδή για έναν μισθό που θα ήταν «αυξημένος κατά 20 %-25%» σε σχέση με το μισθό της προηγούμενης θέσης του. France 2, 9 Μαρτίου 2017. Βλ. «Le Front national verrouille l’ordre social», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2016. Βλ. Emmanuel Faux, Thomas Legrand et Gilles Perez, «La Main droite de Dieu. Enquête sur François Mitterrand et l’extrême droite», Seuil, Παρίσι, 1994. (Σ.τ.Μ.) Ο ορντολιμπεραλισμός (απλή μεταγραφή στα ελληνικά του όρου ordoliberalismus, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «εύτακτος φιλελευθερισμός») είναι η μεταπολεμική γερμανική εκδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, με κεντρικό δόγμα ότι η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς διασφαλίζεται μέσα από κάποιες παρεμβάσεις του κράτους και των νόμων. Cécile Duflot, «De l’intérieur. Voyage au pays de la désillusion», Fayard, Παρίσι, 2014. Βλ. «Quand la gauche renonçait au nom de l’Europe» και «L’audace ou l’enlisement», «Le Monde diplomatique», Ιούνιος 2005 και Απρίλιος 2012 αντίστοιχα. Από το δεύτερο βλ. το απόσπασμα που δημοσιεύουμε σήμερα. Jacques Généreux, «Les Bonnes Raisons de voter Mélenchon», Les Liens qui libèrent, Παρίσι, 2017.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Το ακορντεόν του Κολωνού

Το ακορντεόν του Κολωνού Μπελαβίλας Νίκος JAMES BOSWELL, Σχέδιο όρθιου άντρα που παίζει ακκορντεόν(1942) Ήταν σίγουρο ότι η πρώτη σχολική μέρα των προσφυγόπουλων θα είχε ζόρια. Τα εύκολα λόγια γράφονται σε άρθρα και προκηρύξεις, αλλά όταν ξεκινάς να μιλήσεις με γονείς, δασκάλους, δημάρχους, γονείς προσφυγόπουλων, τότε αντικρίζεις την πραγματική και δύσπιστη κοινωνία. Θες δεν θες. Γιατί χωρίς σχολεία, δήμους που συναινούν, τα παιδιά δεν παν σχολείο, δεν πα' να ’χουν το δικαίωμα. Ούτε με Έλληνες γονείς που κλειδώνουν τις πόρτες με λουκέτα. Χρειάστηκαν έξι μήνες δουλειάς για να καταγραφούν τα παιδιά, να αποκτηθεί η άγνωστη γνώση της εκπαίδευσης διαφορετικών ομάδων, εθνοτήτων, γλωσσών, θρησκειών, ηλικιών σε ανόμοιες συνθήκες. Να οργανωθεί ένα ασφαλές, παιδαγωγικά σωστό σχέδιο. Να βρεθούν χρήματα, οχήματα μεταφοράς, συνοδοί, δάσκαλοι, να γίνουν παντού εμβολιασμοί. Για όλα τα προσφυγόπουλα. Γιατί άλλο είναι μια δεκάδα παιδιά φιλοξενούμενα σε ανοιχτές δομές ή σε αλληλέγγυους στην Αθήνα δίπλα σε δεκάδες σχολεία κι άλλο χίλια παιδιά σε ένα camp δίπλα σε χωριά που δεν έχουν σχολικές αίθουσες. Άλλο είναι η Κόνιτσα, η Μυρσίνη, το Τσεπέλοβο, με τους ξενώνες, τις πολύ καλές συνθήκες, τους ικανούς ανθρώπους και τους φιλικούς δημάρχους, τους εθελοντές δασκάλους. Άλλο είναι το Καρά Τεπέ, ο Ελαιώνας, το Λαύριο, το Σχιστό, τα Διαβατά, τα μεγάλα camps, με τη σημαντική εκπαιδευτική δουλειά που έγινε τόσο καιρό, την ομαλή και σταθερή σχέση ανθρώπων υπηρεσιακών, αυτοδιοικητικών, εθελοντών, τη σταθερή στήριξή τους από τις τοπικές κοινωνίες. Και άλλο το χάος του Κατσικά, του Κουτσόχερου, των κέντρων με τις πολύ κακές συνθήκες και τους πολύ μεγάλους πληθυσμούς. Ετοιμάστηκε το σχέδιο της εκπαίδευσης, επελέγησαν τα πρώτα σχολεία, παράλληλα με την ολοκλήρωση των εμβολιασμών, στήθηκε ένας περίπλοκος μηχανισμός που περιλαμβάνει τρία υπουργεία και δύο διεθνείς οργανισμούς. Με ευκολία; Όχι, το αντίθετο. Xωρίς λάθη; Ούτε. Αντίθετα, με πάρα πολλά. Εντελώς άγνωστο πεδίο, πρωτοφανές για όλους όσοι δουλεύουν σε αυτό. Όμως στην Ελλάδα για να στηθεί ένα τέτοιο θεσμικό - επιχειρησιακό σχέδιο και να εφαρμοστεί, χρειάζονται δυο - τρία χρόνια. Στην περίπτωση των προσφυγόπουλων, κατορθώθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Φτάσαμε στο πρώτο κουδούνι. Το πρόγραμμα προχωράει πόλη - πόλη, σχολείο - σχολείο. Εμβολιασμοί, μεταφορές, συνοδοί, εκπαιδευτικοί. Στόχος να καλυφθούν όλα τα φιλοξενούμενα παιδιά.
Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, στη Θεσσαλονίκη, την Κόνιτσα, στο Λαύριο, στον Ταύρο, στα Πετράλωνα, υποδέχθηκαν τα παιδιά με κεράσματα και εκδηλώσεις. Σε ένα όμως από τα σχολεία, σε μια γειτονιά της Αθήνας, στον Κολωνό, μια ομάδα 10-15 γονέων και ένας ειδοποιημένος κάμεραμαν είχαν ετοιμαστεί να κλειδώσουν το σχολείο. Ο σχολικός διευθυντής, δύο γενναίες εκπαιδευτικοί και οι δάσκαλοι προσπαθούσαν από το πρωί να αντικρούσουν, σε μια ατέρμονη συζήτηση, ανακρίβειες, ψέματα, ανοησίες, όπως “όχι μόνο να βεβαιώσετε ότι είναι εμβολιασμένα, αλλά ότι είναι και υγιή”. Να ηρεμήσουν λίγους φανατικούς που δημιουργούσαν τεχνητό κλίμα μπροστά στην κάμερα, φωνάζοντας ότι τα παιδιά «θα καταστρέψουν τις εικόνες και τα ντουβάρια». Μύριζε Μεσαίωνα, αμορφωσιά και αγριότητα εκείνο το μεσημέρι. Τα παιδιά έμειναν στο λεωφορείο, αναμένοντας για να μην κινδυνεύσουν μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση. Ώσπου από το πουθενά εμφανίστηκε ένας δάσκαλος με ένα ακορντεόν, πήρε μαζί με τις συνοδούς, τα παιδιά από το λεωφορείο και άρχισε να προχωράει μαζί τους προς την πύλη του σχολείου. Δίπλα του ένα παλικάρι και ένας μεσήλικας από τους αλληλέγγυους της περιοχής, εκπαιδευτικοί και εθελοντές φοιτητές των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τους πρόσφυγες. Τη στιγμή που το χαρούμενο αυτό τσούρμο έμπαινε στο σχολείο υπό τους ήχους αιγαιοπελαγίτικου συρτού, οι άλλοι κατάλαβαν ότι είχαν χάσει! Όχι όλοι. Ένας τους ξεπετάχτηκε από την ομάδα, όρμησε και χτύπησε τον δάσκαλο μουσικό από πίσω, στο κεφάλι. Η στιγμιαία σκηνή που ο ακορντεονίστας χτυπιέται στην είσοδο του σχολείου αποτυπώθηκε στα βίντεο των social media της ίδιας μέρας. Ο δάσκαλος δεν έκανε πίσω. Συνέχισε. Τα παιδιά μπήκαν και ξεκίνησαν τα μαθήματα, όπως και σε όλα τα άλλα σχολεία. Όλη η σύγκρουση των ιδεών του Διαφωτισμού, του ουμανισμού, της ανεκτικότητας, με τις σκοτεινές ιδέες του μίσους και της βίας συμπυκνώθηκε σε ένα περιστατικό εξόχως συμβολικό. Ο φανατισμένος τραμπούκος εναντίον μικρών μαθητών και του δασκάλου τους που παίζει μουσική. Η ιστορία του ρατσιστικού μίσους σε λίγα δευτερόλεπτα.