Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Τι χάνουν τα μεσαία στρώματα

Ελάφρυνση Μητσοτάκη στις 468 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας! ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αγουρίδης Γιάννης Δημοσίευση στην Αυγή 15 Σεπτεμβρίου 2019 19:07 Ικανοποιήθηκε ένα επιπλέον αίτημα του ΣΕΒ - Όσο στοιχίζει η μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή από το 22% στο 9% Μπορεί να άκουσε πάρα πολλές υποσχέσεις προεκλογικά από τον σημερινό πρωθυπουργό, ωστόσο μόνο ευχαριστημένη δεν θα πρέπει να είναι η μεσαία τάξη για τα όσα δεσμεύτηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της ΔΕΘ την προηγούμενη εβδομάδα. Και αυτό διότι κάποια μέτρα, όπως η μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, παραπέμφθηκαν για το 2023, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των φοροελαφρύνσεων τις οποίες εξήγγειλε με ορίζοντα εφαρμογής το 2020 αφορούν τα «παχιά» πορτοφόλια. Από το περίπου 1 δισ. φοροελαφρύνσεων που εξαγγέλθηκε για την επόμενη χρονιά, η μείωση του φόρου των επιχειρήσεων από το 28% στο 24% αφορά τα μισά, ήτοι 500 εκατ. ευρώ! Αν δει κανείς τα στοιχεία των εκτιμήσεων του φετινού προϋπολογισμού, θα διαπιστώσει πως τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων αναμένεται να ανέλθουν στα 4,42 δισ. για το 2019. Συνεπώς, την επόμενη χρονιά, οι επιχειρήσεις θα κληθούν να συνεισφέρουν στον κρατικό προϋπολογισμό περίπου 3,92 δισ. ευρώ. Όταν τα αναμενόμενα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος των φυσικών προσώπων αναμένεται να είναι κοντά στα 11 δισ. Για φέτος και δεν αναμένεται ελάφρυνσή τους για το 2020 (η μείωση του κατώτατου φορολογικού συντελεστή από το 22% στο 9% θα εφαρμοστεί το 2021). Το ζήτησε ο ΣΕΒ και έγινε Αλλά δεν είναι μόνο η εύνοια στις επιχειρήσεις. Το ζήτημα είναι πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη υλοποιεί μεταρρυθμίσεις οι οποίες είναι υπέρ των πολύ μεγάλων επιχειρήσεων, υλοποιώντας αιτήματα του ΣΕΒ. Ας δούμε τι έγραφε ειδική έκθεση του ΣΕΒ για την «υπερφορολόγηση», η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 27.6.2019: «Το φορολογικό πλαίσιο στην Ελλάδα παραμένει ασταθές», ενώ επισήμαινε ότι «λιγότερες από 500 επιχειρήσεις με κέρδη άνω των 3 εκατ. ευρώ πληρώνουν πάνω από το 50% του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων» (ο σχετικός πίνακας, ο οποίος προσετίθετο παρακάτω, έκανε λόγο για 468 επιχειρήσεις). Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Πως η κυβέρνηση της Ν.Δ. προσφέρει απευθείας φοροελάφρυνση πάνω από 250 εκατ. στις 468 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας. Το βασικό ζήτημα λοιπόν είναι η επιλογή της συγκεκριμένης κυβέρνησης να προχωρήσει σε μεγάλη ελάφρυνση των πολύ πλουσίων, όπως έγινε και στην περίπτωση του ΕΝΦΙΑ. Το 80% της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης Ας δούμε όμως αν θα μπορούσαν να γίνουν ελαφρύνσεις σε άλλα πεδία του προϋπολογισμού, τα οποία να αφορούν μισθωτούς, συνταξιούχους, αγρότες. Σύμφωνα με σχετική έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (27 Μαρτίου 2019), το 2018 το συνολικό «βάρος» από την επίδοση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης από τους φορολογούμενους προς το Δημόσιο ανήλθε στο ποσό των 616,9 εκατ. ευρώ. Συνεπώς η φοροελάφρυνση Μητσοτάκη προς τις επιχειρήσεις (κυρίως τις πολύ μεγάλες) των 500 εκατ. ευρώ αποτελούν περίπου το 80% της συνολικής ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Ή, αν προτιμάτε, η σημερινή κυβέρνηση θα μπορούσε να μειώσει κατά 80% την εισφορά αυτή. Απλώς δεν το επέλεξε... Τη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας με την προοπτική να ισχύσει από του χρόνου, με κατάργηση του συντελεστή μέχρι τα 20.000 ευρώ εισόδημα. Η κλίμακα που είχε σχεδιάσει ήταν ως εξής: Για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ συντελεστής 0%. Από 20.000 έως 30.000 ευρώ συντελεστής 2%. Από 30.000 έως 40.000 ευρώ συντελεστής 4%. Από 40.000 έως 64.000 ευρώ συντελεστής 6%. Από 65.000 έως 220.000 ευρώ συντελεστής 8%. Για εισοδήματα από 220.000 ευρώ και άνω ο συντελεστής παραμένει στο 10%. Η ταξικότητα των μέτρων που εξαγγέλλει η Ν.Δ. προκύπτει και αν συγκρίνει κανείς την κατανομή του δημοσιονομικού χώρου που χρησιμοποιεί. Όπως προαναφέρθηκε, η μείωση του φόρου για τις επιχειρήσεις θα στοιχίσει στον κρατικό προϋπολογισμό κοντά στα 500 εκατ. ευρώ. Η μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή από το 22% στο 9% κοστίζει περί τα 250 εκατ. ευρώ, δηλαδή τα μισά από όσα «ξοδεύονται» συνολικά για τις επιχειρήσεις. Τι χάνουν τα μεσαία στρώματα Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, ακυρώθηκαν και μια σειρά μέτρα που έφερνε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για τη μείωση της προκαταβολής φόρου από το 100% στο 50% που είχε δρομολογηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση για το 2020. Επιπλέον αποτελεί μείζον πρόβλημα η επικείμενη αύξηση στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 16% μεσοσταθμικά, καθώς θα επηρεάσει δραματικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ιδιαίτερα αυτές της εστίασης. Επίσης ακυρώνονται τα ακόλουθα θετικά μέτρα για το 2020 που είχε αξιόπιστα εξαγγείλει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, καθώς είχε διασφαλίσει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο: * Επιπλέον μείωση του ΕΝΦΙΑ ώστε αυτή να φτάσει μεσοσταθμικά στο 30% και στο 50% για μικρές και μεσαίες ιδιοκτησίες. * Επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών επιχειρήσεων και νέων εργαζομένων μέχρι 25 ετών με ποσοστό 80%, ενώ για νέους εργαζόμενους έως 29 ετών η επιδότηση προσδιορίζεται στο 25% εφόσον πρόκειται για συμβάσεις πλήρους απασχόλησης. * Μείωση φόρου εισοδήματος και ΕΝΦΙΑ για τους κατοίκους των μικρών νησιών. * Μείωση φόρου συνεταιρισμών στο 10% για όλους τους συνεταιρισμούς ανεξαρτήτως κλάδου ως κίνητρο για την ενίσχυση του μοντέλου της συνεταιριστικής οικονομίας. * Έκπτωση 10% στο φορολογητέο εισόδημα των συνεταιρισμένων αγροτών για την περαιτέρω ενίσχυση του μοντέλου της συνεταιριστικής οικονομίας στον αγροτικό τομέα. * Επαναφορά του μέτρου της αφαίρεσης των ποσών για αποπληρωμή δανείων πρώτης κατοικίας από το φορολογητέο εισόδημα. Τα μεσαία κοινωνικά στρώματα πλήττονται από τις εξαγγελίες Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και επειδή ο κ. Μητσοτάκης “ξέχασε” να επαναλάβει την προεκλογική του δέσμευση για αύξηση το 2020 του κατώτατου μισθού σε ποσοστό διπλάσιο της ανάπτυξης και βεβαίως δεν πρόκειται να εφαρμόσει τη δέσμευση του Αλέξη Τσίπρα για αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 7,5% το 2020. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την αύξηση, εκτός από τους μισθωτούς εργαζόμενους, ενισχύονται και οι επιχειρήσεις καθώς ενισχύεται η ζήτηση.

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Οταν η σιωπή ισοδυναμεί με ψέμα

30 Ιουλ. 2019 Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Τάσος Παππάς Όταν ελέγχεις τα μέσα ενημέρωσης μπορείς να αισθάνεσαι ασφαλής. Όχι όμως απολύτως. Δεν φτάνει να δαιμονοποιείς τους αντιπάλους σου, να κατασκευάζεις πληροφορίες που πλήττουν την ηθική υπόστασή τους και να διακινείς φήμες με στόχο τη δολοφονία χαρακτήρων, πρέπει να υποχρεώσεις τα φιλικά δίκτυα να εξωραΐζουν τις πολιτικές σου και το κυριότερο να θάβουν όσες ειδήσεις σε εκθέτουν και χαλάνε τη σούπα που θέλεις να σερβίρεις στους πελάτες σου. Την εποχή που τα μέσα ενημέρωσης ήταν λίγα και βρίσκονταν στα χέρια ανθρώπων με τους οποίους είχες στενές και αιμομικτικές σχέσεις δεν ήταν δύσκολο να δημιουργήσεις μια πλαστή εικόνα της πραγματικότητας. Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Όσο κι αν μπουκώσεις με παροχές τις διευθυντικές ελίτ των ΜΜΕ, όσες εξυπηρετήσεις κι αν κάνεις, όσες εκδουλεύσεις κι αν προσφέρεις, δεν γίνεται να ικανοποιήσεις τους πάντες. Κάποιοι θα δυσαρεστηθούν γιατί απέσπασαν λιγότερα απ’ αυτά που προσδοκούσαν, κάποιοι θα ενοχληθούν γιατί ευνοήθηκαν περισσότερο οι ανταγωνιστές τους, χώρια που θα υπάρξουν και κείνοι που θα απορρίψουν συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και θα αρνηθούν προτάσεις για εξαγορά. Πρέπει να ομολογήσω πως η σημερινή διοίκηση της Ανώνυμης Εταιρείας που αποκαλείται κυβέρνηση καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες προκειμένου να βολέψει κόσμο και κοσμάκη. Σε άλλους υπόσχεται κρατικές θέσεις, σε άλλους διευκολύνσεις για τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν και σε ορισμένους τάζει γρήγορη εξαφάνιση των εκκρεμοτήτων που έχουν με τη Δικαιοσύνη. Μέχρι τώρα έχει καταφέρει να επιβάλει ένα καθεστώς σιωπής γύρω από αστοχίες, γκάφες και προδήλως αντιθεσμικές πρακτικές υπουργών, υφυπουργών και στελεχών του κομματικού μηχανισμού. Η γαργάρα πηγαίνει σύννεφο. Γαργάρα έκαναν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης τις θετικές δηλώσεις κορυφαίων υπουργών για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Γαργάρα έκαναν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης τη λογοκρισία που υπέστη η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Γαργάρα κάνουν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης τις επιθέσεις που δέχεται η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός από οργανώσεις «Μακεδονομάχων» και ιστοσελίδων στη Βόρεια Ελλάδα λόγω της αναδίπλωσης της Ν.Δ. στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Γαργάρα έκαναν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης τις εξωφρενικές δηλώσεις της υφυπουργού Δόμνας Μιχαηλίδου για τους «ψυχικώς νοσούντες» αριστερούς. Γαργάρα κάνουν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης τις αποκαλύψεις της «Εφ.Συν.» για τον βίο και την πολιτεία του νέου γενικού γραμματέα Τουρισμού Κωνσταντίνου Λούλη. Γαργάρα κάνουν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης τα κρούσματα βίας στον χώρο των φυλακών και τα περιστατικά παραβατικότητας στους δρόμους. Γαργάρα έκαναν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης την αναγόρευση του δεσπότη Ανθιμου σε επίτιμο διδάκτορα του ΑΠΘ. Γαργάρα κάνουν τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης τις αντιδράσεις κομμάτων, συνδικάτων και συλλογικοτήτων για την υποβάθμιση των ΣΔΟΕ, ΣΕΠΕ, για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, για την κομματικοποίηση του κράτους. Όλα αυτά δεν συνιστούν είδηση γιατί απλώς δεν έχουν συμβεί. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι τωρινοί κατηγορούσαν τους χθεσινούς ότι εφάρμοζαν το μοντέλο της Βόρειας Κορέας. Επειδή στην κυβέρνηση και γενικότερα στη Δεξιά υπάρχουν πρόσωπα που κάποτε ορκίζονταν στον λενινισμό, φαντάζομαι ότι δεν έχουν ξεχάσει αυτό που έλεγε ο ηγέτης των μπολσεβίκων, ότι τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Ανάγωγα Ούτε μήνα δεν έχει κλείσει η κυβέρνηση Α.Ε. κι όμως ένας υπουργός έχει διακριθεί στο άθλημα της παπαρολογίας. Πρόκειται για τον υπουργό Εργασίας Βρούτση, ο οποίος με τη βοήθεια γνωστών για τις επιδόσεις τους στην αρλουμπολογία μέσων ενημέρωσης ανακοινώνει Δευτέρα - Τετάρτη - Παρασκευή ατασθαλίες της προηγούμενης ηγεσίας και Τρίτη - Πέμπτη - Σάββατο μέτρα για την αντιμετώπισή τους. Μέχρι τώρα πάντως μπόλικο λάδι, αλλά από τηγανίτα τίποτα. Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019

«Μη θυμάσαι τη ΝουΔου»

Επενδύσεις ο ανεκπλήρωτος πόθος πολλών Ελληνικών κυβερνήσεων.

Αν ανατρέξει κανείς στις προγραμματικές δηλώσεις των κυβερνήσεων, τις υπουργικές εξαγγελίες και τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι ο όρος «επενδύσεις» μονοπωλεί την αναπτυξιακή ατζέντα είτε ως στόχος είτε ως φαντασίωση. Συνοδεύεται συνήθως από το ουσιαστικό «προσέλκυση», αφού είναι ιστορικά διαπιστωμένη η δυστοκία να εκπληρωθεί στο σύνολό της αυτή η οικονομική «μεγάλη ιδέα». Το ερώτημα είναι «τι πταίει;». Η ανικανότητα της πολιτικής τάξης, ο μεταπρατικός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας, ο μονοπωλιακός κρατικός καπιταλισμός ή, εντέλει, οι ίδιες οι αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας μας; Ωστόσο, αν έχουν δοθεί από τους ειδικούς διαφορετικές ή συνθετικές απαντήσεις, το επόμενο ερώτημα -λενινιστικής έμπνευσης- είναι «τι να κάνουμε;». ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΕΜΠΙΛΗ Αν παραδεχτούμε ότι τα προβλήματα τα λύνει η ίδια η ζωή, τότε σίγουρα αυτό συνέβη με τον πιο επώδυνο τρόπο την εποχή των μνημονίων. Η επιβολή σκληρών δημοσιονομικών πολιτικών λιτότητας έγινε στο όνομα της σταθεροποίησης της οικονομίας, που θα ενίσχυε αναπτυξιακές πολιτικές και θα δημιουργούσε το απαιτούμενο ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις. Αντ’ αυτού, είχαμε μεγάλη ύφεση με υψηλά πλεονάσματα, ασφυκτικό φορολογικό πλαίσιο και επενδυτικές προτάσεις αποικιοκρατικού χαρακτήρα. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την τυπική έξοδο από τα μνημόνια, κάτι έχει αρχίσει να κινείται. Για να μην είμαστε άδικοι, και τα προηγούμενα χρόνια υπήρξαν δειλές προσπάθειες για αλλαγή του κλίματος, που είτε τελεσφόρησαν χωρίς να εξαντλήσουν τις προοπτικές τους είτε παραπέμφθηκαν στις καλένδες ενός καλύτερου μέλλοντος. Η συζήτηση για τις επενδύσεις αναζωπυρώθηκε επ’ αφορμή της αλλαγής κυβέρνησης στην Ελλάδα μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Η εκ διαμέτρου αντίθετη αντίληψη του νέου πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και των υπουργών που ανέλαβαν τα αναπτυξιακά χαρτοφυλάκια κατά την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Μπορεί οι μεγάλες προσδοκίες που δημιουργούνται στις αγορές από τους ίδιους τους κυβερνώντες να σφυρηλατεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τους θεράποντες της νέας πολιτικής, όμως ταυτόχρονα αυξάνει το ρίσκο για ματαίωση των μεγαλόπνοων σχεδίων. Η νέα κυβέρνηση, πάντως, δείχνει να έχει έρθει προετοιμασμένη για τις προτεραιότητές της με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως φαίνεται από την υπόθεση της επένδυσης στο Ελληνικό. Το ζητούμενο είναι να υπάρξουν ορθολογικές επιλογές που θα συμβαδίζουν με τις ευρωπαϊκές πολιτικές, τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, ενώ θα αναδεικνύουν την υπεραξία της γεωπολιτικής θέσης της χώρας μας. Για να συμβεί αυτό χρειάζονται λύσεις σε χρόνιες παθογένειες όπως η πολυνομία, η γραφειοκρατία και η φορολογική σταθερότητα, αλλά και ο σεβασμός στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στα δικαιώματα των εργαζομένων και στην προστασία του αστικού και φυσικού περιβάλλοντος. Συνθήκες, δηλαδή, για μια δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη σύμφωνη με τα διεθνή πρότυπα που θα δημιουργεί ασφάλεια στους επίδοξους υγιείς επενδυτές και θα αποτρέπει τους καιροσκόπους, κάτι που η χώρα μας το έχει βιώσει με μεγάλες συνέπειες στη σύγχρονη ιστορία της. Και όσοι ανησυχούσαν μήπως γίνουμε σαν την Κούβα του Κάστρο οφείλουν να επαγρυπνούν για να μην αναβιώσουμε την Κούβα του Μπατίστα. Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» της Νέας Σελίδας τo Σάββατο 20/07/2019