Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών

Απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών Ιωάννης Κ. Μαντζουράνης Δημοσίευση στο Documento στις 28.12.2017
Documento #58 23.12.2017 Του Ιωάννη Κ. Μαντζουράνη, Δικηγόρου 1 Στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες ουδείς και ουδέν είναι υπεράνω υποψίας, όλοι και όλα πρέπει να ελέγχονται και επιτρέπεται να κρίνονται, μηδενός εξαιρουμένου. 2 Εφόσον είναι «ανθρώπινον το σφάλλειν» και οι δικαστές μπορεί να σφάλλουν, συνεπώς υπάρχουν ορθές και εσφαλμένες δικαστικές αποφάσεις. Ολες οι δικαστικές αποφάσεις είναι δεσμευτικές, αφού συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα, πάντοτε για τους διαδίκους και συχνά και για τους υπόλοιπους πολίτες, πλην όμως δεν είναι όλες οι δικαστικές αποφάσεις σεβαστές, αφού μόνον οι ορθές δικαιούνται σεβασμού και είναι αξιοσέβαστες. 3 Οι φορείς δημόσιας εξουσίας, όπως λ.χ. οι βουλευτές, οι υπουργοί και οι δικαστές, μπορεί και πρέπει να ελέγχονται και να κρίνονται από κάθε πολίτη. Η κριτική μπορεί να είναι βάσιμη ή αβάσιμη, ορθή ή εσφαλμένη, καλόπιστη ή κακόπιστη κ.ο.κ. Αλλωστε και η κριτική επιδέχεται και υπόκειται σε κριτική. Μόνο που η αξιοπιστία και βασιμότητα της κριτικής δεν εξαρτάται πρωτίστως από την άποψη των κρινόμενων. Εν ολίγοις, περί του εάν είναι καλόπιστη ή κακόπιστη και βάσιμη ή αβάσιμη η κριτική μιας δικαστικής απόφασης πιο αξιόπιστα αποφαίνονται οι πολίτες, νομικοί ή και μη, παρά οι κρινόμενοι δικαστές. 4 Η διάκριση των λειτουργιών του κράτους σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική και η συνακόλουθη ανάθεση κάθε λειτουργίας σε ξεχωριστά όργανα δεν συνεπάγεται απόλυτο διαχωρισμό αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων, αφού η συνεργασία των φορέων καθεμίας εκ των τριών λειτουργιών αναποφεύκτως επιβάλλεται από τη φύση των πραγμάτων και επιτρέπεται από το σύνταγμα. Σε αυτό το πλαίσιο των διακριτών ρόλων και αναγκαίων συνεργασιών των τριών εξουσιών είναι ανεπίτρεπτη η αντιπαλότητα, όχι όμως απαγορευμένη η κριτική των αποφάσεων των φορέων μιας κρατικής λειτουργίας από τους φορείς μιας άλλης. Ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα των σχετικών με τη διάκριση των εξουσιών συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι απαγορεύεται σε βουλευτές, υπουργούς και δικαστές να κρίνουν και κατακρίνουν αποφάσεις αλλήλων.
Αρα είναι απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών, ιδίως όταν οι δικαστικές αποφάσεις επηρεάζουν επιλογές είτε της κυβέρνησης είτε της Βουλής, όπως εξάλλου οι δικαστές κρίνουν αποφάσεις της νομοθετικής ή εκτελεστικής εξουσίας. 5 Με την κριτική δεν προσβάλλεται η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, αφού έτσι ελέγχεται μόνον η ευθυκρισία των δικαστών που έλαβαν την κρινόμενη απόφαση. Συχνά ακούγονται κλαυθμοί και οδυρμοί για τη δήθεν πληττόμενη δικαστική ανεξαρτησία όταν αμφισβητείται δημοσίως η ορθότητα μιας δικαστικής απόφασης, ιδίως όταν έχει και πολιτικές συνέπειες. Οταν δεν γίνεται σκόπιμη απόπειρα ακύρωσης της δημόσιας κριτικής με αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης υπό το πρόσχημα της προστασίας της δικαστικής ανεξαρτησίας, μάλλον πρόκειται για εσφαλμένη αντίληψη των πραγμάτων. 6 Με αυτά τα δεδομένα, οι πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ για το πόθεν έσχες μπορεί και πρέπει να κρίνονται και ενδεχομένως να κατακρίνονται, εφόσον έτσι θεωρούν οι ασκούντες κριτική σε αυτές πολίτες. Το βάσιμον ή αβάσιμον και το καλόπιστον ή κακόπιστον αυτής της κριτικής αξιολογείται από τους πάντες και όχι μόνον από τους εκδόσαντες τις κρινόμενες αποφάσεις, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως υποκείμενοι οι ίδιοι σε κριτική, δεν είναι και οι πλέον αντικειμενικοί κριτές των κριτών του εαυτού των.
7 Οι συγκεκριμένες αποφάσεις, καθ’ ο μέρος διέρρευσαν στα ΜΜΕ, περιέχουν και ορθές και εσφαλμένες κρίσεις. Ανεξαρτήτως αγαθών ή μη προθέσεων, προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην κατοχύρωση της διαφάνειας σε ό,τι αφορά την προέλευση της περιουσίας των ασκούντων δημόσια εξουσία και λειτουργία. Δημιουργούν γκρίζες ζώνες στον έλεγχο πόθεν έσχες όλων των υπόχρεων με αδικαιολόγητες εξαιρέσεις σε σχέση με τη δήλωση προέλευσης μετρητών, πινάκων, τιμαλφών, περιεχομένων σε θυρίδες κ.ά., δηλαδή ακριβώς εκεί όπου ανθεί και καρποφορεί το βρόμικο χρήμα, ευδοκιμεί το έγκλημα και παραφυλάει η διαπλοκή. Αναζητούν νομιμοποιητικό έρεισμα στην προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας με μειωμένη αν όχι ελάχιστη πειστικότητα. Και αυτό γιατί στο σύνταγμα διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των δικαστών μόνον κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου και όχι για όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των δικαστών. Εν ολίγοις, η απονομή δικαιοσύνης γίνεται αποκλειστικώς και μόνον από δικαστές, οι οποίοι κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων τους είναι ανεξάρτητοι. Οταν όμως πρόκειται για μη δικαστικά έργα, ουδείς ουσιαστικός λόγος αλλά και συνταγματικός περιορισμός επιβάλλει το εν λόγω έργο να ασκείται αποκλειστικώς και μόνον από δικαστές ή έστω κατά πλειοψηφία από δικαστές. Με αυτή την έννοια ο έλεγχος του πόθεν έσχες των δικαστών, που δεν συνιστά κατά περιεχόμενο δικαιοδοτικό έργο αλλά αποτελεί καθαρώς διοικητικό έλεγχο, δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές της δικαστικής ανεξαρτησίας συνταγματικές διατάξεις, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον φορολογικό έλεγχο των δικαστών ή με τον πολεοδομικό έλεγχο των ακινήτων δικαστών κ.λπ., οι οποίοι δεν ασκούνται από δικαστές αλλά από τα αρμόδια όργανα της δημόσιας διοίκησης.
Αλλωστε είναι κολοβός ο έλεγχος, που περιορίζεται σε αυτοέλεγχο, αφού δεν παρέχει εχέγγυα αμεροληψίας και ευχερώς αμφισβητείται η αντικειμενικότητά του. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η δημοσίευση των κειμένων των σχετικών αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ, οπότε και θα καταστεί δυνατή η πλήρης αξιολόγηση της αιτιολογίας και συνακολούθως της ορθότητας ή μη αυτών. Μέχρι τότε η σχετική συζήτηση είναι αποσπασματική και ο αντίστοιχος δημόσιος διάλογος λειψός.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Όχι άλλο θεατές

Όχι άλλο θεατές Δημοσίευση: 08 Δεκεμβρίου 2017 στην ΑΥΓΗ "Αυτό που βιώνουμε καθημερινά ως μέλη του κόμματος, από τότε που βρεθήκαμε στην κυβέρνηση, είναι εκείνο του θεατή του θεάματος της πολιτικής και όχι του ενεργού πολίτη μέλους του κόμματος που συμμετέχει στη διαμόρφωσή της" Του Άλκη Ρήγου
«Χωρίς κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κυβέρνηση, ούτε εναλλακτικό κυβερνητικό πρόγραμμα εξόδου από την πολύπλευρη κρίση...» (Από την απόφαση του 2ου Συνεδρίου μας) Κι, όμως, αυτό που βιώνουμε καθημερινά ως μέλη του κόμματος, από τότε που βρεθήκαμε στην κυβέρνηση, είναι εκείνο του θεατή του θεάματος της πολιτικής και όχι του ενεργού πολίτη μέλους του κόμματος που συμμετέχει στη διαμόρφωσή της. Με τις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου μας, φάνηκε ότι αυτή η παθογένεια συνειδητοποιήθηκε και αποφασίσαμε ότι πρέπει να ανατραπεί. Αυτό ήταν και το νόημα άλλωστε της αντίστοιχης ενότητας της Πολιτικής Απόφασης για «Κόμμα Ενεργών Πολιτών». Δυστυχώς, όχι μόνο τίποτε δεν έγινε προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά η υποκατάσταση του κόμματος από την κυβέρνηση και της κυβέρνησης από τον πρωθυπουργό για όλα τα θέματα, από τα πιο μικρά και καθημερινά μέχρι τα πιο σοβαρά και μεγάλα, συνεχίζεται και διευρύνεται. Τα συλλογικά όργανα του κόμματος και κυρίως το ανώτερο από αυτά, η Κ.Ε., υπολειτουργεί, ενώ οι αποφάσεις της σιωπηρά λησμονιούνται. Οι καταστατικές δεσμεύσεις για την τακτή της σύγκλησή της παραβιάζονται, ακόμη και προτάσεις και αποφάσεις οργανώσεων που απευθύνονται σ’ αυτή δεν φτάνουν καν στα μέλη της. Ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας / ενημέρωσης απομένει η φιλότιμη προσπάθεια του γραφείου Τύπου να μας διανέμει τις κυβερνητικές αποφάσεις και οι προσκλήσεις για να παρευρεθούμε σε εκδηλώσεις που μιλά ο πρόεδρος. Σ’ αυτό το κλίμα κυβερνητισμού είναι σχεδόν φυσικό οι οργανώσεις να αντιλαμβάνονται την παρουσία τους, όχι ως το κόμμα στον χώρο τους και «αριστερή συνείδηση της κυβέρνησης», αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων, ως μηχανισμού προβολής κυβερνητικών στελεχών, σε εκδηλώσεις στην περιοχή τους, χωρίς λειτουργική συνέχεια στον ευρύτερο χώρο δράσης τους. Ενώ στο εσωτερικό τους αρχίζουν να εμφανίζονται φαινόμενα εξάντλησης της πολιτικής δράσης σε ιδιότυπες μορφές πελατειακών σχέσεων. Η απαρχή τέτοιου είδους φαινομένων εντείνεται και σε μερίδα των βουλευτών μας και κάποιων κυβερνητικών στελεχών, ενώ πολλαπλασιάζονται αδιαφανείς διαδικασίες επιλογής προσώπων, κάθε είδους συμβούλων και κυβερνητικών παρατρεχάμενων.
Οι επεξεργασίες του κόμματος σε μια σειρά τομείς του κυβερνητικού έργου υποκαθίστανται από μια θολή αντίληψη περί αποτελεσματικότητας, στην οποία κυριαρχεί με το αζημίωτο, ένα τμήμα της παραδοσιακής(;) γραφειοκρατίας των υπουργείων, ενώ η λειτουργική σχέση υπουργών με τα αντίστοιχα τμήματα του κόμματος και των βουλευτών, πολλές φορές είναι ανύπαρκτη. Νομοθετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες εμφανίζονται στη Βουλή χωρίς καμιά προηγούμενη διαβούλευση με τους βουλευτές και το κόμμα. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ανθεί μια αυξανόμενη προσωποκεντρική παραγοντίστικη πρακτική, σε κοινοβουλευτικό και κυβερνητικό επίπεδο, που υποκαθιστά την έννοια της συλλογικής δράσης, αλλά και η ανυπαρξία σοβαρού αντιπολιτευτικού λόγου και μιας χαμηλότατου επιπέδου κοινοβουλευτικής αντιπαράθεση, στην οποία διολισθαίνουν και βουλευτές μας, με απολίτικες συμπεριφορές και εξάντληση του πολιτικού μας λόγου σε επικοινωνιακές εξυπνακίστικες ατάκες αντίστοιχου επιπέδου, ενώ οδηγούν δυστυχώς σε αντίστοιχου επιπέδου και κάποιες κυβερνητικές ανακοινώσεις. Φαινόμενο το οποίο εντείνει όχι μόνο την προπαγάνδα των αντιπάλων μας ότι τελικά «όλοι ίδιοι είναι», αλλά, ακόμη χειρότερα, την καλλιεργούμενη απαξίωση της πολιτικής ως ανοιχτής συλλογικής δράσης ενεργών πολιτών και όχι ως παίγνιο προσωπικού βολέματος επαγγελματιών της πολιτικής. Το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με την από τις άλλες αριστερές δυνάμεις μηδενιστική κριτική, την εντεινόμενη αφερεγγυότητα των ανώτερων συνδικαλιστικών οργάνων, τον απολίτικο διαδικτυακό λόγο, τον διευρυνόμενο βρόμικο πόλεμο της πλειονότητας του Τύπου και της τηλεόρασης, θολώνει τελικά το αριστερό αποτύπωμα μιας σειράς σημαντικών κυβερνητικών πράξεων κοινωνικής ευαισθησίας και ταξικής μεροληψίας, εντείνει την απαξίωση κάθε συλλογικής δράσης, αφυδατώνει το αξιακό φορτίο της δημοκρατίας, επιτρέπει την εξάπλωση ρατσιστικών και φασιστικών εθνικιστικών προταγμάτων και τελικά απομακρύνει από την πολιτική όχι μόνο νέους συμπολίτες αλλά και ενεργούς μέχρι χθες συντρόφους μας. Από την άλλη, παρουσιάζεται μια τάση η οποία θεωρεί πως η όποια δημόσια κριτική υπεράσπισης και εμπλουτισμού των θέσεών μας απέναντι σε κυβερνητικές πράξεις που τις παρακάμπτουν ή τις αντιβαίνουν μπορεί να βλάψει την κυβέρνηση της Αριστεράς ή να δώσει επιχειρήματα στην αντιπολίτευση και γι’ αυτό σιωπούν και απέχουν. Ή, ακόμη χειρότερα, οδηγεί ορισμένους να εγκολπώνονται τις υπουργικές προτάσεις ή παραλείψεις ως προτάγματα δημοκρατίας και να υπερασπίζονται άκριτα κάθε κυβερνητική πράξη ακόμη κι αν βρίσκεται σε αντίθεση με τις επεξεργασίες μας.
Την ίδια ώρα, η καθημερινή κριτική προσπάθεια της «Αυγής» και του ρ/σ Στο Κόκκινο να ορθοποδήσουν μέσα από ένα ορθολογικό και σε βάθος χρόνου στρατηγικό σχέδιο αναδιάρθρωσης και αντιμετώπισης των οξυμένων προβλημάτων των εργαζομένων τους, παραπέμπεται παρά τις δεσμευτικές εξαγγελίες, στον αυτόματο πιλότο του συρσίματος στις κομματικές καλένδες. Τίποτε πιο λανθασμένο και επικίνδυνο από τέτοιες λογικές στον διαρκή πόλεμο θέσεων που διεξάγουμε για την εδραίωση ενός ανοιχτού αριστερού αποτυπώματος και μάλιστα σε μια περίοδο που όλα δείχνουν ότι υπερβαίνουμε θετικά το στοίχημα να βγάλουμε τη χώρα από την επιτροπεία, με την κοινωνία όρθια, στην πορεία μιας ανθρωποκεντρικής και οικολογικά ευαίσθητης ανάπτυξης. Έναν πόλεμο που, αν θέλουμε να οδηγήσει στην ηγεμονία του χώρου της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, οφείλουμε να ξαναβρούμε τη χαμένη αγωνιστικότητα και κριτική μας ριζοσπαστικότητα μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Να κατανοήσουμε ότι μια αριστερή συλλογικότητα δεν μπορεί να αντέξει στον χρόνο αν η ιδεολογικοπολιτική της ταυτότητα δεν είναι θεμελιωμένη στην ιστορικότητα από την οποία προέρχεται και ταυτόχρονα συναποτελείται από ενεργούς και κριτικούς πολίτες ανοιχτούς στις αντιφάσεις του σήμερα, τοπικές και διεθνικές. Ότι μόνο αν σκεφτόμαστε το ανέφικτο, θα βρίσκουμε μέσα στη συλλογική δράση το μέτρο όσων πρέπει να αλλάξουμε, χωρίς να θεωρούμε κάποια θέματα ως δευτερεύοντα και μικρά απέναντι στον βασικό μας στόχο της πορείας για κοινωνικό μετασχηματισμό με δημοκρατία και ελευθερία.
Άλλωστε, μέσα από μικρές και μεγαλύτερες ρήξεις προχωρούν οι κοινωνίες, λαμβάνοντας προφανώς υπ’ όψιν τους συσχετισμούς κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, καθώς και τις παραδοσιακές κυρίαρχες αντιλήψεις, όχι για να υποταχθούμε σ’ αυτές, αλλά για να τις ανατρέψουμε μέσα από δημοκρατικό διάλογο και αγώνες στους κοινωνικούς και πολιτισμικούς αρμούς της κοινωνίας. Αυτά όμως απαιτούν, επί ποινή ακύρωσης της ύπαρξής μας, αριστερούς πολίτες και όχι άλλο απλούς θεατές!

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Δικαιοσύνη στα χρόνια της... χολέρας

Δικαιοσύνη στα χρόνια της... χολέρας Δημοσίευση:στην ΑΥΓΗ 27 Οκτωβρίου 2017 Georges Rouault, “Οι τρεις δικαστές”, c.1936 Μπορεί να υπάρξει Δικαιοσύνη αντίθετα με την Ηθική; Η απάντηση είναι αρνητική, γιατί δεν μπορεί να πραγματωθεί η συνταγματικός σκοπός της απονομής της δικαιοσύνης κόντρα στην Ηθική Του Σπύρου Ε. Λάππα* “Η αυστηρότητα των νόμων εμποδίζει την εφαρμογή τους» Μοντεσκιέ Έχουν περάσει 230 χρόνια από τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ και τη Γαλλική Επανάσταση (Ελευθερία - Ισότητα - Αδελφότητα) και η πραγματικότητα για μεγάλο αριθμό πολιτών στις δυτικές κοινωνίες γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολη και σε πολλές περιπτώσεις δυσβάσταχτη. Οι κυβερνήσεις γίνονται ιδιαίτερα σκληρές, καταδυναστεύουν μεγάλα στρώματα των λαών και καταπατούν, σε πολλές περιπτώσεις, κάθε έννοια κοινωνικού κράτους και ατομικής ελευθερίας, υλοποιώντας πολιτικές και προγράμματα νεοφιλελεύθερης κοπής και συνταγής. Παράλληλα, νομοθετούν σε «καθεστώς έκτακτης ανάγκης», όπως την όρισε ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αμφισβητώντας ανοιχτά πλέον τη διάκριση των εξουσιών. Και από το πελώριο και αμείλικτο ερώτημα «τι είναι δημοκρατία και πώς κερδίζεται» αναδύεται το ερώτημα «τι είναι στις συνθήκες αυτές η δικαιοσύνη και πώς εφαρμόζεται». Κορυφαίοι διανοητές της σύγχρονης εποχής, όπως ο Τσόμσκι, ο Χάμπερμας, ο Καστοριάδης, ο Μπάουμαν, ο Μπαντιού, ο Μαρκ Ρος, έχουν διατυπώσει τη βεβαιότητά τους ότι σήμερα έχουμε την απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος επί της πολιτικής, ενώ εκφράζονται αμφιβολίες αν από την κυριαρχία αυτή διασώζεται το σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Ο γράφων ποτέ δεν μίλησα δημόσια για δικαστικές αποφάσεις. Και δεν το έκανα όχι διότι με απέλειπε το θάρρος. Και το κάνω τώρα γιατί αρχίζει να μου λείπει η ελπίδα, ως άνθρωπος εκ των έσω (37 χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης μαχόμενης δικηγορίας). Δύο πρόσφατες αποφάσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης θα μπορούσαν να αποτελέσουν ορόσημο και σταθμό για την ίδια αλλά και για το κράτος δικαίου. Όμως δεν αποτέλεσαν, τουλάχιστον αυτή τη φορά. Η Δικαιοσύνη (summum donum = τελικό αγαθό) πρέπει να είναι πλατύδρομη και πάντοτε να λάμπει, να φωτίζει τις καρδιές των πολιτών και αυτό θα γίνει εάν πραγματώνεται αυτό που έλεγε ο Πρωταγόρας: «Καμία ανθρώπινη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν διέπεται από το αίσθημα του Δικαίου και της Ηθικής, έννοιες που κατά τον Πρωταγόρα είναι αλληλένδετες και συνθέτουν την κοινή αντίληψη περί δικαίου. Αυτή ορίζει και αυτή πρέπει να ορίζει την απονομή της δικαιοσύνης και τη λειτουργία ενός ευνομούμενου και δημοκρατούμενου κράτους. Υπάρχει μια υπέροχη απόφαση του Εφετείου της Κύπρου, η οποία στην αιτιολογία της δέχεται ότι «η προσβολή του κοινού περί δικαιοσύνης αισθήματος κλονίζει, ουσιαστικά, την πίστη στο δίκαιο». Από τα χρόνια της αρχαιοελληνικής γραμματείας έρχεται ορμητική η φωνή του Φωκυλίδη (5ος π.χ. αιώνας ποιητής από τη Μίλητο): «Μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης» (κανένα δεν θα δικάσεις πριν ακούσεις την εκδοχή και των δύο) και αυτό έχει την έννοια ότι ο δικαστής, πριν εκδώσει την απόφασή του, θα ακούσει όλες τις πλευρές και τους μάρτυρές τους, έχοντας πάντοτε ως φωτεινό πυρσό και ρομφαία τα λόγια του Φερδινάνδου Ι΄ «Fiat iustitia et pereat mundus» (ας επικρατήσει η δικαιοσύνη και ας χαθεί ο κόσμος) ή τα λόγια του Κομφούκιου: «Ο ανώτερος άνθρωπος σκέφτεται μόνο τη δικαιοσύνη. Ο κατώτερος άνθρωπος σκέφτεται μόνο τα συμφέροντά του». Η Δικαιοσύνη μπορεί και δικαιούται να είναι τυφλή, όμως πρέπει να κερδίζει με το πνεύμα και την ποιότητα των αποφάσεών της και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Και η κρίση των πολιτών δεν είναι ποτέ τυφλή, αλλά ζώσα με αιχμή την κοινή περί Ηθικής αντίληψή τους. Και ερωτάται: Μπορεί να υπάρξει Δικαιοσύνη αντίθετα με την Ηθική; Η απάντηση είναι αρνητική, γιατί δεν μπορεί να πραγματωθεί η συνταγματικός σκοπός της απονομής της δικαιοσύνης κόντρα στην Ηθική («Όταν ο νόμος και η Ηθική συγκρούονται μεταξύ τους, ο πολίτης έχει τη σκληρή επιλογή είτε να χάσει την αντίληψή του περί Ηθικής, είτε να χάσει τον σεβασμό του προς τους νόμους και τη Δικαιοσύνη», Frederic Bastiat, Γάλλος κοινωνιολόγος, 1801-1850).
Όλα τα παραπάνω γράφονται με ευκαιρία δύο αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Η μία αφορά τη γνωστή περίπτωση της Ηριάννας, και η δεύτερη απόφαση του ΣτΕ με την οποία κηρύχθηκε εν μέρει αντισυνταγματική ΚΥΑ που αφορούσε το πόθεν έσχες, μεταξύ άλλων, και των δικαστών. Και με τις δύο αυτές αποφάσεις η ελληνική Δικαιοσύνη έχασε μια τεράστια ευκαιρία καταξίωσής της και απόδειξης ότι πράγματι είναι ο αληθινός συνταγματικός πυλώνας του δημοκρατικού πολιτεύματος και ότι αυτά που πηδαλιουχούν τη δικαστική σκέψη είναι το δημόσιο συμφέρον και η προστασία της ελληνικής κοινωνίας. Όχι ότι αυτό δεν το έκανε με άλλες αρκετές αποφάσεις της, αλλά τώρα, να(!), υπάρχουν εκείνες οι γκρίζες πλευρές που δεν επιβεβαιώνουν ότι η Θέμις είναι «τυφλή», που δεν ικανοποιούν το περί δικαίου λαϊκό αίσθημα, που το ελάχιστο γκρίζο (ή εκλαμβανόμενο από το σύνολο της κοινωνίας ως γκρίζο) μετατρέπεται σε μελάνωμα που απλώνεται και όλο απλώνεται στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και διαρρηγνύει τον δεσμό εμπιστοσύνης που επιβάλλεται να υπάρχει πάντοτε μεταξύ Δικαιοσύνης και κοινωνίας. Στη μία απόφαση «επικίνδυνη» η Ηριάννα για την κοινωνία και γι’ αυτό να συνεχίσει στη φυλακή και έτσι να κοιμάται ήσυχη η ελληνική κοινωνία, στην άλλη οι δικαστές να ελέγχουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους για το πόθεν έσχες τους και να μη δηλώνονται στοιχεία που πιθανόν θα αποκάλυπταν μη νόμιμο προσωπικό πλουτισμό. Ακούν η Δικαιοσύνη και οι λειτουργοί της τον αχό, την κραυγή της κοινωνίας για ισότητα και ελευθερία; Μένει να αποδειχθεί, διότι «Ο σκοπός του νόμου δεν είναι να καταργήσει ή να περιορίσει, αλλά να διαφυλάξει και να μεγεθύνει την ελευθερία», John Locke).
Κοντολογίς, για την «τυφλή» Θέμιδα δεν είναι δεδομένη και η τυφλή εμπιστοσύνη της κοινωνίας και των πολιτών, διότι οι αποφάσεις της βρίσκονταν, βρίσκονται και θα βρίσκονται κάτω από την κρίση και την έρευνα της κοινωνίας, αλλά και της Ιστορίας. Ναι, και της Ιστορίας, της Ιστορίας που είναι ένα μυθιστόρημα, που όμως μπορεί να αποδειχθεί, και αυτό το «αποδειχτεί» θα πυροδοτεί τις καρδιές και τις συνειδήσεις μας για μια Πολιτεία δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Τόσο απλά. * Ο Σπύρος Ε. Λάππας είναι δικηγόρος, βουλευτής Καρδίτσας του ΣΥΡΙΖΑ

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

CETA και ευρωπαϊκό κίνημα

CETA και ευρωπαϊκό κίνημα Δημοσίευση:στην ΑΥΓΗ 28 Σεπτεμβρίου 2017 Ως Πανελλαδικό Δίκτυο Φορέων “Stop TTIP CETA TiSA” αγωνιζόμαστε σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε συνεργασία με το ευρωπαϊκό κίνημα συγκεντρώνουμε υπογραφές αυτοδιοικητικών και κοινωνικών φορέων στο κοινό μας ευρωπαϊκό υπόμνημα που αφορά εννέα βήματα για την απόρριψη νεοφιλελεύθερων ρυθμίσεων το οποίο θα καταθέσουμε έως το τέλος του 2017 στα 28 εθνικά κοινοβούλια, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωκοινοβούλιο Του Γιώργου Εμμανουήλ* Από τις 21.9.2017 είναι σε ισχύ, για την επόμενη τριετία, η προσωρινή εμπορική συμφωνία Ε.Ε. - Καναδά (CETA). Για την οριστική εφαρμογή της, μετά από διεκδίκηση του πανευρωπαϊκού κινήματος που αξιοποίησε το άρθρο 4 της συνθήκης της Λισσαβώνας, χαρακτηρίστηκε μεικτής αρμοδιότητας και των 28 εθνικών κοινοβουλίων των χωρών - μελών της Ε.Ε. και απαιτείται η έγκρισή τους. Έως σήμερα μόνο 6 εθνικά κοινοβούλια την έχουν εγκρίνει αυτά των: Λετονίας, Κροατίας, Τσεχίας, Δανίας, Μάλτας, Ισπανίας. Ας δούμε εν τάχει τα “οφέλη” και τις ζημίες από την εφαρμογή της CETA: * Η κατάργηση των δασμών για το 98% των εξαγόμενων προϊόντων από και προς τον Καναδά μπορεί να ωφελήσει τους καταναλωτές από τη μείωση των τιμών, κυρίως όμως θα ευνοήσει τις εξαγωγές της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας. Λόγω της διευκόλυνσης των εισαγωγών τροφίμων, θα πλήξει την αγροτική παραγωγή της Νότιας Ευρώπης, άρα και της χώρας μας, και τους καταναλωτές, από τις υποβαθμισμένες προδιαγραφές των καναδικών τροφίμων. * Αυξάνει τις ποσοστώσεις εισαγωγών από τον Καναδά, χωρίς δασμούς, βοοειδών και χοιρινών από 9.662 τόνους σε 130.551 τόνους με αρνητικές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή και ελληνική κτηνοτροφία. * Αυξάνει την ποσόστωση χωρίς δασμούς των εξαγωγών ευρωπαϊκών τυριών προς τον Καναδά από 13.472 τόνους σε 33.072 τόνους. * Προστατεύει μόνον 143 Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης ΠΟΠ/ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη) της Ε.Ε. από τα 3.400 ΠΟΠ/ΠΓΕ που έχει συνολικά κατοχυρωμένα η Ε.Ε. (και μόνο 16 από τα 101 ΠΟΠ/ΠΓΕ της Ελλάδας). Δεν κατοχυρώνει το σημαντικότερο ΠΟΠ προϊόν μας, τη φέτα, ενώ παράλληλα δίνει το δικαίωμα στους Καναδούς να παράγουν και εξάγουν "Feta made in Canada" από αγελαδινό γάλα και μεταλλαγμένες ζωοτροφές. Οι επιπτώσεις είναι προφανείς, οπότε χρειάζεται από κοινού υπεράσπιση από καταναλωτές, παραγωγούς, ελληνική Βουλή, καθώς και την Ε.Ε. σε όλες τις διεθνείς συμφωνίες. Τον κίνδυνο αναγνωρίζει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έγγραφη απάντησή της στο υπόμνημα διαμαρτυρίας της Κοινής Επιτροπής Υπεράσπισης από 37 φορείς (3.5.2017). * Δεν κατοχυρώνει την “Ευρωπαϊκή Αρχή της Πρόληψης”, σύμφωνα με την οποία δεν κυκλοφορεί προϊόν με πρόσθετα χημικά και φάρμακα αν υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορούν να βλάψουν καταναλωτές και περιβάλλον. Δεν απαγορεύει την εμπορία μεταλλαγμένων τροφίμων και παραπέμπει τα υγειονομικά μέτρα φυτικής και ζωικής παραγωγής σε επιτροπές ρυθμιστικής συνεργασίας.
* Διευκολύνει την πρόσβαση ευρωπαϊκών εταιρειών προμηθειών και υπηρεσιών σε καναδικούς διαγωνισμούς έργων, καθώς και των Ευρωπαϊκών ναυτιλιακών εταιρειών στα λιμάνια του Καναδά. * Προωθεί την ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών και έργων υγείας, ηλεκτρικής ενέργειας, ΑΕΙ, εξόρυξης μεταλλευμάτων όπου έχουν ισχυρό ενδιαφέρον καναδικές πολυεθνικές εταιρείες και εμποδίζει την επαναδημοτικοποίηση υπηρεσιών που πολλοί ευρωπαϊκοί δήμοι και περιφέρειες επιχειρούν σήμερα. Eμποδίζει, επίσης, πολιτικές ενίσχυσης των παραγωγικών και καταναλωτικών συστημάτων των τοπικών κοινωνιών. * Δεν περιλαμβάνει τις δεσμεύσεις της Ε.Ε. για την κλιματική αλλαγή που απορρέουν από τη διεθνή συμφωνία του Παρισιού, με δεδομένη τη θέση του Καναδά υπέρ των ορυκτών καυσίμων (πετρελαίου, αερίου και λιγνίτη). * Δεν κατοχυρώνει τις συνθήκες του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας του ΟΗΕ, ILO, για συλλογικές διαπραγματεύσεις, ενώ επιτρέπει τις ατομικές συμβάσεις εργασίας. Κάτω από την πίεση του ευρωπαϊκού κινήματος φορέων των παραγωγών, καταναλωτών, πολιτών, επιστημόνων και της αυτοδιοίκησης, η εφαρμογή της εταιρικής επιδιαιτησίας (ICS), όπου οι εταιρείες θα μπορούν να μηνύουν κράτη για διαφυγόντα κέρδη, δεν ισχύει στην προσωρινή τριετή εφαρμογή της, αλλά προβλέπεται η ισχύς της μετά την έγκριση των 28 εθνικών κοινοβουλίων. Το Βέλγιο έκανε στις 6.9.2017 προσφυγή κατά της εταιρικής επιδιαιτησίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να κριθεί εντός του επόμενου έτους η συμβατότητά της με τις συνθήκες της Ε.Ε. Ανάλογη γνωμοδότηση θα κληθούν να δώσουν τα 28 εθνικά κοινοβούλια, μεταξύ αυτών και το ελληνικό.
Ως Πανελλαδικό Δίκτυο Φορέων “Stop TTIP CETA TiSA” αγωνιζόμαστε σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε συνεργασία με το ευρωπαϊκό κίνημα συγκεντρώνουμε υπογραφές αυτοδιοικητικών και κοινωνικών φορέων στο κοινό μας ευρωπαϊκό υπόμνημα που αφορά εννέα βήματα για την απόρριψη νεοφιλελεύθερων ρυθμίσεων το οποίο θα καταθέσουμε έως το τέλος του 2017 στα 28 εθνικά κοινοβούλια, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωκοινοβούλιο. * Ο Γιώργος Εμμανουήλ είναι εκπρόσωπος του ελληνικού Δικτύου Φορέων και Πολιτών Stop TTIP CETA TiSA στο Πανευρωπαϊκό Δίκτυο "Seattle to Brussels"