Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Weapons. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Weapons. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Ολος ο κόσμος είναι ένα πεδίο μάχης κατά Φιντέλ Κάστρο



Οι Καλαρρύτες από την Πολιάνα

26/11/2012] Ομιλία σε εκδήλωση της ΚΟΕ με θέμα: "Πώς μπορούμε να φτάσουμε σε ένα ξέφωτο μετά την τρόικα;"

Γιάννη Δραγασάκη

Βρισκόμαστε στον πρόλογο ενός νέου κύκλου ανατροπών και ρήξεων
Ευχαριστώ για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη σημερινή συζήτηση. Πάντα πίστευα, και πολύ περισσότερο σήμερα, ότι στον ΣΥΡΙΖΑ έχουμε ανάγκη από χώρους διαλόγου και ευκαιρίες για διάλογο. Ιδιαίτερα τώρα που έχουμε τόσα καινούρια θέματα να σκεφτούμε να κάνουμε συνθέσεις και να προσχωρήσουμε σε επιλογές.
Θα ήθελα αρχικά να αναφέρω τέσσερα χαρακτηριστικά της κρίσης, όπως τα αντιλαμβάνομαι, τα οποία μας προσδιορίζουν και ορισμένα συστατικά της στρατηγικής εξόδου απ’ αυτήν.
Το πρώτο έχει να κάνει με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιστορικό βάθος της κρίσης. Βεβαίως η κρίση άρχισε το 2008, επιδεινώθηκε με το μνημόνιο, αλλά νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε στο ότι με την κρίση αυτή βγήκαν στην επιφάνεια μια σειρά από διαρθρωτικά προβλήματα, ανισορροπίες και αντιθέσεις που έχουν αρκετά μεγάλο ιστορικό βάθος. Ορισμένοι ταύτισαν την κρίση με την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ την τελευταία δεκαετία. Η ερμηνεία αυτή όμως δεν είναι επαρκής. Άλλοι, πάλι, είπαν ότι για την κρίση ευθύνεται το ευρώ.

Ανάμεσα Γαλαρόκαμπο και Στρούντζι


Όμως και το δημόσιο χρέος αλλά και άλλα προβλήματα προϋπήρξαν της ένταξής μας στο ευρώ. Χωρίς λοιπόν να προχωρήσω σε εκτενέστερη ανάλυση, λέω ότι η κρίση που ζούμε έχει ιστορικό βάθος μεγάλο, το οποίο φθάνει μέχρι τη μεταπολίτευση και πέρα απ’ αυτήν. Έχει να κάνει με τον τρόπο που έγινε η ανατροπή της χούντας, αλλά, από ορισμένες απόψεις, φτάνει και πιο πίσω, στον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε το ελληνικό κράτος μετά τον εμφύλιο πόλεμο από τους νικητές του. Αν δούμε π.χ. το φορολογικό σύστημα, αν δούμε τη συγκρότηση του κράτους και της παραγωγικής δομής θα διαπιστώσουμε ότι σήμερα στην πραγματικότητα ζούμε τις συνέπειες επιλογών που έγιναν τη δεκαετία του ’70 ή ακόμη και του ’50. Αυτό σημαίνει ότι για να βγούμε από την κρίση θα απαιτηθούν βαθιές και μακράς πνοής αλλαγές. Πρέπει να σκεφτούμε από την αρχή τη συγκρότηση της κοινωνίας, τα «βάθρα» της, τις αξίες της, την προοπτική της.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό αφορά στις αιτίες και τους υπεύθυνους της κρίσης. Πρωτογενώς οι αιτίες της κρίσης που ζούμε είναι ενδογενείς. Είναι αιτίες που έχουν να κάνουν με τη συγκρότηση και τον τρόπο διαμόρφωσης και ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Όμως σημαντικό ρόλο έπαιξαν και εξωγενείς αιτίες της κρίσης. Σχηματοποιώντας δηλαδή θα έλεγα ότι η κρίση ωριμάζει και γεννιέται μέσα στο ελληνικό καπιταλιστικό σύστημα, όμως επιτείνεται και επιδεινώνεται λόγω της αρχιτεκτονικής του ευρώ και των αποφάσεων των Βρυξελλών, αλλά και των ελληνικών κυβερνήσεων, και τρίτον μετατρέπεται σε καταστροφή με την εφαρμογή του μνημονίου. Αυτά τα τρία επίπεδα των αιτιών θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά το σχεδιασμό της εξόδου από την κρίση. Η ακύρωση του μνημονίου, με όποιον τρόπο κι αν γίνει, είναι μια από τις προϋποθέσεις της εξόδου από την κρίση. Δεν πρέπει δηλαδή να ταυτίζουμε την ακύρωση του μνημονίου με την άρση των συνεπειών που η πολιτική του μνημονίου δημιουργεί στο κοινωνικό σύνολο.

Επίσης, τις αιτίες και τις ευθύνες μπορούμε να τις δούμε και στο επίπεδο της κουλτούρας και στο επίπεδο ευρύτερων συμπεριφορών, αλλά κυρίως πρέπει να τις αναζητήσουμε στην πολιτική οικονομία της περιόδου. Δηλαδή στην πολιτική που ασκήθηκε, στα συμφέροντα που υπηρετήθηκαν, στις δυνάμεις που άσκησαν αυτή την πολιτική, σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘συνασπισμό συμφερόντων’.

Οι κίνσορες


Νομίζω λοιπόν ότι ο κύριος υπεύθυνος είναι ο ‘συνασπισμός συμφερόντων’, το κοινωνικό μπλοκ που διαμορφώθηκε υπό την επήρεια και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και απετέλεσε την κοινωνική βάση του δικομματισμού. Άρα η ανατροπή αυτού του ‘συνασπισμού συμφερόντων’ και η δημιουργία ενός νέου κοινωνικού μπλοκ με πυρήνα τον κόσμο της εργασίας πρέπει να αναχθεί σε βασικό στόχο και προϋπόθεση της δικής μας στρατηγικής εξόδου από την κρίση.
Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι οι διαστάσεις της κρίσης. Η κρίση είναι ένα φαινόμενο δυναμικό, ακριβώς γιατί είναι κοινωνικό φαινόμενο. Επηρεάζεται από την πολιτική που ασκείται αλλά και από τους κοινωνικούς αγώνες. Αρχίσαμε με μια διαδοχή κρισιακών γεγονότων. Το «γεγονός» του χρέους, το «γεγονός» των τραπεζών, το «γεγονός» των δημόσιων ελλειμμάτων. Έχουμε φθάσει όμως σε μια κατάσταση που μοιάζει με αυτό που έχει περιγράψει ο Γκράμσι μετά την κρίση του ’29, στην οποία δεν έχουμε πια κρίση γεγονότων αλλά έχουμε κρίση της ίδιας της εξέλιξης. Σε κρίση, δηλαδή, βρίσκεται η συνολική εξέλιξη, η ίδια η προοπτική της κοινωνίας, αλλά και η προοπτική της Ευρώπης και η προοπτική του κόσμου. Αυτό σημαίνει ότι την έξοδο πρέπει να την κατανοήσουμε με έναν τρόπο «ολιστικό», όχι με την έννοια ότι μπορούμε μια κι έξω να τελειώσουμε με την κρίση, αλλά ότι πρέπει ταυτόχρονα να πλήττονται, ει δυνατόν, όλες οι εστίες της κρίσης που αλληλοτροφοδοτούν η μια την άλλη λόγω των φαύλων κύκλων που έχουν δημιουργηθεί.
Το τέταρτο χαρακτηριστικό της κρίσης είναι ότι αυτή είναι ταυτόχρονα εθνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια. Υπάρχει μια διαπλοκή ανάμεσα στα τρία επίπεδα που δεν μας επιτρέπει παρά μόνο μεθοδολογικά και μόνο στιγμιαία να αποσπάσουμε το ένα από το άλλο. Είναι μια κρίση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, μια κρίση της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής ενοποίησης υπό την ηγεμονία της Γερμανίας, αλλά είναι και μια κρίση του ελληνικού καπιταλισμού. Και αυτά τα τρία επίπεδα, λόγω ακριβώς της παγκοσμιοποίησης και της δομικής αλληλεξάρτησης που έχει διαμορφωθεί, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Επομένως, το «ξέφωτο» πρέπει να το φανταστούμε και στα τρία αυτά επίπεδα ως ένα νεοφιλελεύθερο «ξέφωτο».
Έρχομαι τώρα στο θέμα του πώς φθάνουμε σ’ αυτό το «ξέφωτο».

Europe Park in Nederland

Πρώτη προϋπόθεση είναι να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Δηλαδή δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένη την επόμενη μέρα. Προσωπικά, δεν συμμερίζομαι τη θεωρία του «ώριμου φρούτου» ούτε συμμερίζομαι απόψεις που λένε ότι για να μας δοκιμάσει το σύστημα θα «μας δώσει» για λίγο την εξουσία. Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα όπου για να μην παραδώσει το σύστημα την εξουσία οδηγήθηκε σε εκτροπές. Δυσκολεύομαι να βρω παράδειγμα όπου οικειοθελώς παραδίδεται η εξουσία.
Επομένως η επόμενη μέρα είναι στόχος προς κατάκτηση. Εδώ έχουμε ένα δίλημμα: τι να πρωτοκάνουμε. Η αμηχανία της Αριστεράς, κατά τη δική μου άποψη, σε μεγάλο βαθμό, είναι αποτέλεσμα της συνύπαρξης αντιφατικών αιτημάτων και αναγκών που πρέπει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουμε. Να αναπτύξουμε λοιπόν το κίνημα που θα ανατρέψει την κυβέρνηση ή να προετοιμασθούμε για την επόμενη μέρα; Η απάντηση βεβαίως είναι ότι πρέπει να κάνουμε και τα δύο ταυτόχρονα.



Νομίζω ότι αυτό δείχνει την ανάγκη ύπαρξης ενός συνολικού σχεδίου. Μόνο με ένα συνολικό σχέδιο, που θα συνδυάζει αυτά και άλλα αντιφατικά καθήκοντα, μπορούμε να προχωρήσουμε. Και νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις αδυναμίες και τις ελλείψεις, είναι στη λογική ενός τέτοιου συνολικού σχεδίου. Εννοώ ότι ταυτόχρονα πρέπει να παλεύουμε από σήμερα και να φέρνουμε στο σήμερα τα καθήκοντα της επόμενης μέρας, και στο επίπεδο της οικοδόμησης του υποκειμένου, και στο επίπεδο των συμμαχιών, αλλά και στο επίπεδο των προτάσεων και των λύσεων. Δεν πρέπει να περιμένουμε δηλαδή να συμβεί το «γεγονός» για να διαπιστώσουμε ότι έχουμε πχ. πρόβλημα έλλειψης φαρμάκων. Δεν πρέπει να περιμένουμε να συμβεί το «γεγονός» για να διαπιστώσουμε ότι η χώρα δεν έχει εξασφαλισμένη την επάρκεια καυσίμων. Πρέπει από σήμερα να διαμορφώσουμε τις αναγκαίες πολιτικές. Από σήμερα να πρωτοστατούμε σε πρωτοβουλίες οργάνωσης και ανάπτυξης κινημάτων, δομών αλληλεγγύης, όπως πολύ σωστά ήδη κάνουμε. Πρέπει από σήμερα να δημιουργούμε ομάδες εργασίας, επιτροπές ανασυγκρότησης παντού, σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε γειτονιά, σε κάθε περιοχή της χώρας. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να έρθει η επόμενη μέρα και μετά να συζητήσουμε με τους τοπικούς πληθυσμούς των περιοχών και τους τοπικούς φορείς για το τι θα κάνουμε την επόμενη μέρα. Πρέπει να φέρουμε το μέλλον στο παρόν, να το κάνουμε αντικείμενο πάλης και αυτός, νομίζω, είναι ο τρόπος που μπορούμε να συνδέσουμε το πριν με το μετά.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι να δώσουμε με επιτυχία τη μάχη του συγκεκριμένου. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να βάλουμε νερό στο κρασί μας, όπως λένε ορισμένοι. Αντίθετα, μπορεί να χρειασθεί να βάλουμε κρασί στο νερό μας. Μπορεί δηλαδή η ίδια η ανάπτυξη, η ίδια η δυναμική της αλλαγής και της εξόδου από την κρίση να αποδείξει ότι χρειάζονται ακόμη πιο ριζοσπαστικά μέτρα από αυτά που εμείς, ως Αριστερά, έχουμε εντάξει στα προγράμματά μας. Όπως μπορεί να συμβεί και το αντίθετο. Νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στην εξέλιξη και τη δυναμική των πραγμάτων, να ακολουθούμε και να τροφοδοτούμε την κοινωνική δυναμική και όχι να προσπαθούμε από πριν να εντάξουμε αυτή τη δυναμική σε κάποια αυθαίρετα προκαθορισμένα πλαίσια. Το βέβαιο είναι ότι πρέπει να σταματήσουμε την κατάρρευση της οικονομίας και τη λιτότητα, ότι πρέπει να βγάλουμε τη χώρα από την παγίδα του χρέους, ότι πρέπει να αρχίσουμε αμέσως τις μεγάλες αλλαγές και μετασχηματισμούς στο κράτος, στην παραγωγή, στην οικονομία, παντού.



Δεν νομίζω επίσης ότι πρέπει να τεθεί θέμα εγκατάλειψης των αρχών μας. Το θέμα που ίσως χρειάζεται μια διευκρίνιση είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι να βάλουμε την πραγματικότητα στα δικά μας όρια. Το ζητούμενο είναι η Αριστερά να προβάλλει ένα σχέδιο που να απαντά στην πραγματικότητα που ζούμε. Από αυτή την άποψη, θα έλεγα, η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε είναι πράγματι πρωτότυπη αλλά δεν είναι μοναδική. Αν ξαναδούμε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο θα διαπιστώσουμε ότι η πρόκληση που είχαν τότε οι Μαρξ και Έγκελς ήταν ακριβώς η ίδια. Τι κάνουν οι κομμουνιστές σήμερα; ρωτούσε η τότε Ένωση Κομμουνιστών. Και οι Μαρξ και Έγκελς είπαν: αγωνίζονται για τους άμεσους στόχους και τα άμεσα συμφέροντα των εργαζομένων, εκπροσωπώντας ταυτόχρονα το μέλλον του κινήματος. Το ίδιο πρόβλημα μεθοδολογικά έχουμε και σήμερα. Να ορίσουμε τους άμεσους στόχους, να ορίσουμε αυτό που πολύ εύστοχα ο Λαοκράτης Βάσης σε ένα ευρύτερο επίπεδο ονόμασε «ξέφωτο». Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπιζε και ο Λένιν. Αν διαβάσουμε τα άρθρα του Λένιν λίγο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, θα δούμε ότι ο Λένιν δεν μιλούσε με γενικές διακηρύξεις. Ο Λένιν ανέλυε διαρκώς τη «συγκεκριμένη κατάσταση» και μιλούσε για τα συγκεκριμένα καθήκοντα που απέρρεαν απ’ αυτήν. Μιλούσε «για την καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την αντιμετωπίσουμε». Και μέσα από την αντιμετώπιση της καταστροφής προέβαλε όλο το πρόγραμμα των μπολσεβίκων, για καταγραφή και έλεγχο, για συμμετοχή, για εθνικοποίηση των τραπεζών κλπ. Ας δούμε το ΕΑΜ και από αυτή τη σκοπιά. Ο αγώνας για την επιβίωση ήταν αυτός που δημιούργησε νέους θεσμούς, νέες συνειδήσεις.



Το πρόβλημα που και σήμερα έχουμε είναι αυτό που ονομάζω «η μάχη του συγκεκριμένου». Είναι να εκφράσουμε τις αρχές μας σε άμεσα αιτήματα, συνδεδεμένα με τις ανάγκες της κοινωνίας και του λαού μας, να μεταβούμε από τις διακηρύξεις στο υλοποιήσιμο, στο συγκεκριμένο πρόγραμμα «άμεσων στόχων». Νομίζω λοιπόν ότι αυτά είναι και τα καθήκοντα του ΣΥΡΙΖΑ για την επόμενη περίοδο. Όμως δεν αρκεί να φτάσουμε στο «ξέφωτο». Πρέπει να είναι εξ αρχής ορατή η προοπτική.

Η τρίτη μάχη που έχουμε να δώσουμε λοιπόν είναι η μάχη της προοπτικής. Όπως είπα και αρχικά, η μάχη αρχίζει σε εθνικά πλαίσια. Αυτό μας είναι γνωστό από το παρελθόν και είναι πράγματι αναγκαίο να το υπενθυμίζουμε. Η έκβαση όμως της μάχης και η κατοχύρωση των αποτελεσμάτων κρίνεται όχι μόνο σε εσωτερικά πλαίσια αλλά και από τις εξελίξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη και διεθνώς. Από αυτή την άποψη, μέρος του δικού μας αγώνα θα θεωρούσα και την προσπάθεια για τη δημιουργία μετώπου των λαών του Νότου, την προσπάθεια για δημιουργία συμμαχιών με τους εργαζόμενους των χωρών του Βορρά, προσπάθεια δηλαδή να κάνουμε πράξη το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ «ανατροπή στην Ελλάδα αλλαγή στην Ευρώπη».

Επομένως, την έξοδο από την κρίση πρέπει να την κατανοήσουμε ως ένα εθνικό σχέδιο ενταγμένο όμως σε μια συγκεκριμένη ευρωπαϊκή και παγκόσμια στρατηγική.

Το τελευταίο σημείο στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ είναι το θέμα των «υποκειμένων», δεδομένου ότι σ’ αυτό θα κριθούν όλα τα παραπάνω. Κατ’ αρχάς είναι το κοινωνικό υποκείμενο, αυτό που αποκαλούμε κοινωνικό μπλοκ. Η βασική παρατήρηση που θέλω να κάνω είναι ότι το κρίσιμο θέμα δεν είναι τόσο αυτό που θέτουν ορισμένοι για τα εξωτερικά όρια, δηλαδή μέχρι πού θα φτάσουν οι συμμαχίες. Διότι μπορούν να υπάρξουν μόνιμες αλλά και προσωρινές συμμαχίες ή συμμαχίες για έναν ή περισσότερους ειδικούς σκοπούς. Το πιο κρίσιμο θέμα είναι οι «πυρηνικές», οι εσωτερικές σχέσεις. Δηλαδή θα οικοδομήσουμε το κοινωνικό μέτωπο αθροίζοντας δυσαρέσκειες, αντιφατικά αιτήματα, λέγοντας «ναι σε όλα» ή θα οικοδομήσουμε το κοινωνικό μέτωπο στη βάση εφαρμοζόμενων πολιτικών, στη βάση συνθετικών πολιτικών που δικαιώνουν τα αιτήματα στη βάση μιας κοινής πολιτικής που πρέπει να οικοδομήσουμε;



Στο θέμα του ΣΥΡΙΖΑ περιορίζομαι απλώς να πω ότι δεν θεωρώ ότι μας αρκεί απλά ένας μεγαλύτερος ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα ένας ως μεγαλύτερος χώρος λειτουργίας των τάσεων και των συνιστωσών. Νομίζω ότι πρέπει να σκεφθούμε εξαρχής έναν ΣΥΡΙΖΑ ποιοτικά διαφορετικό. Από τη δημοκρατία των τάσεων πρέπει να περάσουμε στη δημοκρατία των μελών. Πρέπει να σκεφθούμε έναν ΣΥΡΙΖΑ πρωτοπόρο, όχι με την έννοια ότι τα ξέρει όλα αλλά με την έννοια ότι αναγνωρίζει πως έχει να μάθει πολλά, και, για να το πετύχει αυτό, ανοίγει νέους δρόμους. Πρέπει να δημιουργήσουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ που θα είναι η αιχμή και η δύναμη κρούσης της κοινωνίας, η δύναμη που θα σπάσει ταμπού, θα ανατρέψει νοοτροπίες και θα μπορέσει να σηκώσει την κοινωνία από τη «νιρβάνα» που έζησε τα τελευταία τριάντα χρόνια, θα την καταστήσει ικανή να κάνει συλλογικά σχέδια και να αγωνίζεται για την υλοποίησή τους.

Εάν δεχθούμε, όπως υποστήριξα, ότι η κρίση που ζούμε δεν είναι απλώς άθροισμα εθνικών κρίσεων, αν δεχθούμε ότι η κρίση είναι παγκόσμια που αναπτύσσεται με διαφορετικές ταχύτητες και ρυθμούς στα τρία αυτά επίπεδα –το εθνικό, το ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο-, τότε και η διέξοδος θα έχει μια αντίστοιχη μορφή. Δεν μπορώ να φανταστώ μια λύση του προβλήματος του χρέους π.χ. μόνο σε εθνικά πλαίσια. Το ελληνικό χρέος θα διαγραφεί μέσα από ένα ευρύτερο κίνημα, μέσα από μια ευρύτερη, ενδεχομένως, διάσκεψη, μέσα πάντως από μια διαδικασία η οποία, ανεξάρτητα αν ξεκινήσει από μια μόνο χώρα ξεχωριστά, θα δώσει βιώσιμα αποτελέσματα μόνο αν γίνει μια παγκόσμια διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα. Αυτό μπορεί να σπάσει σε μια χώρα, η ήττα του όμως θα γίνει οριστική μόνο αν εμπεδωθεί ευρύτερα.

  

Επομένως, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής αλλά και στον πρόλογο ενός νέου κύκλου ανατροπών, ρήξεων, ενός κύκλου τη διάρκεια του οποίου δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, την έκβαση του οποίου δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Μπορούμε όμως να έχουμε ως φιλοδοξία μας πρώτον αυτός ο κύκλος να αρχίσει από την Ελλάδα και δεύτερον να μπορέσουμε ως Αριστερά να βάλουμε τη σφραγίδα μας στις εξελίξεις.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Οχι στην υποτέλεια και την εξαθλίωση

 

 

Οι επιζώντες με τους πεσόντες μέσα τους...


 
Την 28η Οκτωβρίου το έθνος και ο λαός γιορτάζουν.
Γιορτάζουν το έπος εκείνων των πολλών και των απλών, το πλήθος των πληβείων και των ολίγων -δυστυχώς- ευγενών που έβαλαν πλάτη και στήθος, που
πρόσθεσαν ραχοκοκκαλιά στο ύψος της ύπαρξής μας.
Γιορτάζει ο λαός εν χορδαίς και οργάνω τη μεγαλοσύνη του, στεφανώνει τον τρόπο του και προσφέρει χοές στα προτάγματα εκείνα και τα προστάγματα που συνθέτουν την ιδιοπροσωπία και την αυτογνωσία του. Μεγάλη γιορτή!
Τιμάμε τους νέους με τα «πρησμένα γόνατα που τους έλεγαν αλήτες», που πορεύθηκαν προς το Μέτωπο,
προς τους όλμους και τα πολυβόλα, προς το κρυοπάγημα, τις ψείρες, τα ακρωτηριασμένα πόδια, τον θάνατο του φίλου, του αδελφού, του συντρόφου, προς τον δικόν τους θάνατο,


τιμάμε εκείνους τους νέους, χωριάτες και φοιτητές, εργάτες και γιατρούς που ξεκίνησαν με το χαμόγελο στα χείλη για να συναντήσουν τον τρόμο, το αίμα, την αγωνία, την πείνα, αυτούς
που το χαμόγελό τους πάγωσε μπροστά στο βόλι, μέσα στο χιόνι, αυτούς που νίκησαν τον φόβο κι εκείνους που δεν τον νίκησαν.

Ηχούσαν οι σειρήνες, πολλά απ’ τα πλουσιόπαιδα έτρεχαν στο Φρουραρχείο να πάρουν αναβολή, «χαρτιά» να φύγουν στο εξωτερικό, ο πολύς λαός παρουσιαζόταν στα έμπεδα και τα στρατόπεδα να πάρει φύλλο πορείας για τις μονάδες του κι ύστερα για το Μέτωπο,
μια πομπή των Παναθηναίων από βοσκούς και ποιητές, διότι αυτό έγινε! με την επιστράτευση, με το προσκλητήριο της Ελλάδας στα παιδιά της, μέσα απ’ τη δικτατορία αναδύθηκε η Δημοκρατία - των «στρατιωτών οι τάξεις που πήγαιναν να πολεμήσουν τον Δάτι και τον Αρταφέρνη», οι πολίτες οπλίτες,


οι ήρωες και τα θύματα, οι άγιοι και οι αμαρτωλοί, σφάγιο όλοι στον βωμό ενός δίκαιου αμυντικού πολέμου, όλοι οι Ελληνες (πλην ολίγων ριψάσπιδων που αργότερα θα γίνονταν δωσίλογοι) κάτω απ’ το πρόσταγμα του Εκτορα, αμύνεσθαι περί πάτρης - «θα πολεμήσουμε από σπίτι σε σπίτι κι από αυλή σε αυλή», έγραφε στο γράμμα του ο Ζαχαριάδης, κι έφευγαν
οι πατέρες μας του σκοτωμού, όμως εορταστικοί, ως άλλη πομπή των Παναθηναίων, για εκεί που η ψείρα δεν θα τους άφηνε να λούζονται όπως οι Σπαρτιάτες πριν τη μάχη, αλλά απλώς να πεθαίνουν όπως ο Διάκος και ο Καραϊσκάκης· για να νικήσουν και να μη χαθούμε.
Οι περισσότεροι δεν ήξεραν να λένε μεγάλες κουβέντες σαν αυτές που γράφει τώρα η αφεντιά μου - αν τους ρωτούσες μετά τον πόλεμο
τους επιζώντες που επέστρεψαν έχοντας μέσα στην καρδιά τους τους πεσόντες «γιατί πολεμήσατε;», σου απαντούσαν κάτι πράγματα απλά: «γιατί μας το ζήτησαν», σαν να ήθελαν να πουν: «για την ελευθερία».


Ή «γιατί έτσι έπρεπε», σαν να ήθελαν να πουν: «έτσι μας έτυχε». Ή πάλι, δεν μιλούσαν καθόλου και σε κοίταζαν με τα μεγάλα μάτια τους, μάτια σαν της Αθηνάς ή της Μεγαλόχαρης, αφήνοντας αυτά τα μάτια να σου αφηγηθούν την ιστορία,
μάτια κι αυτά ίδια με τα φαγιούμ - μάτια των πεσόντων που μας κοιτούν απ’ τις οικογενειακές φωτογραφίες.
Μεγάλη λοιπόν η γιορτή και η Δημοκρατία έχει πάντα ανάγκη τις τελετές της για να υπενθυμίζει στους πολίτες ποιοι πραγματικά είναι ή ποιοι οφείλουν να είναι, να γίνονται και να μένουν.
Ακόμα και αν σε φθηνούς δεκάρικους ή ρηχές υποκρισίες έχει συχνά εκπέσει η γιορτή, και πάλι απαραίτητη είναι - διότι πάντοτε έρχεται κάποτε η στιγμή που η τελετή ανακτά το νόημά της
και, όταν ο λαός το έχει ανάγκη, το ανακτά.

Βάζει λοιπόν κάθε τέτοια ιερή ημέρα η Ιστορία τα καλά της, χτενίζει ίσια τη χωρίστρα στα παιδιά της κι έρχεται στη γιορτή


σαν αρχαίος ραψωδός να αφηγηθεί, σαν Σουλιώτισσα να χορέψει, σαν βυζαντινός καλόγερος να ψάλει, σαν Αρβανίτης γλεντοκόπος να φάει τα κοψίδια της, να πιει το κρασί της και σαν τον Τσώρτσιλ να μας πει ότι «οι ήρωες πολεμούν σαν Ελληνες» (κι ας τους άλλαξα ύστερα τον αδόξαστο στα Δεκεμβριανά). Πλην όμως,
πρώτα απ’ όλα, εσείς οι Ελληνες ξέρετε να γιορτάζετε τα πένθη σας. Οι νίκες (που θα γίνουν ήττες) και οι ήττες (που θα γίνουν νίκες) δεν έχουν καμμιά σημασία χωρίς τα πένθη που είναι η μνήμη τους.
«Ποια εξαγορά να υπάρχει μιας και το αίμα στο χώμα χυθεί;», ρωτούσε ο Αισχύλος - φοβάμαι, καμμία. Τίποτα δεν μπορεί να αναστήσει αυτόν που πέφτει και ουδέν άλλο αφήνει πίσω του παρά μόνον την αξία του σκοπού για τον οποίον έπεσε, εν προκειμένω αυτό
το «πνεύμα του Μετώπου» που γέννησε ύστερα, αμέσως μετά, την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης - «αυτή η πεζούλα είναι η πατρίδα μας», έλεγε ο Αρης Βελουχιώτης, «αυτά τα μάρμαρα», έλεγε ο Μακρυγιάννης, η λάσπη και τα γουρνοτσάρουχα που έμαθαν στον Μπάυρον ότι η εξιδανικευμένη αρχαιότης δεν έπιανε μία μπροστά στη λαχτάρα του κλεφτοκοτά για λίγη αξιοπρέπεια. Διότι αυτή είναι η μεγάλη αξία της θυσίας του Λόρδου Βύρωνος: ότι ήρθε, είδε, άρχισε να αμφιβάλλει κι όμως εννόησε.
Μεγάλη λοιπόν η γιορτή ανήμερα 28 Οκτώβρη κάθε χρονιάς. Οι Γυναίκες της Πίνδου, οι μάνες, οι αδελφές, οι σύζυγοι, οι νοσοκόμες επικεφαλής στην πομπή των Παναθηναίων με τσάμικα, γέλια και κλάματα, με το πέπλο της Προμάχου στα χέρια και να τις ακολουθεί από κοντά ο λαμπρός λαός,
διότι, μην ξεχνάμε, ο λαός είναι που κάνει τη διαφορά, ο λαός είναι που δίνει νόημα στη γιορτή,


αυτός που κρατάει τη σημαία είναι που της δίνει το νόημά της, άλλο η σημαία στα χέρια του Παπαφλέσσα κι άλλο στα χέρια ταγματασφαλίτη συνεργάτη των Ναζί. Αλλο η σημαία στα χέρια του αντάρτη παπά και του ελεύθερου πολιορκημένου στο Πολυτεχνείο κι άλλο στα χέρια του αληταρά που χαιρετά φασιστικά.
Σε αυτήν τη γιορτή του έθνους και του λαού δεν υπάρχει χώρος για προδότες και για επιγόνους των προδοτών - ας λουφάξουν.
Τέτοια μέρα γιορτάζουν οι Αθηναίοι Εφηβοι και ο Ιερός Λόχος των Θηβαίων. Γιορτάζουν οι Θεσπιείς, οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί και οι μάρτυρες της Τουρκοκρατίας - στη

γιορτή την εξουσία την έχει ο λαός και στεφανώνει Κάλβο, Σολωμό, Καβάφη, Ρίτσο, Ελύτη και στέφεται ίδιος γράμματα και θρύλους, παλιές επιστολές και εικονίσματα, παρακαταθήκες και κληρονομιές, στη γιορτή αυτή μυρίζει μπαρούτι και κατορθώματα, γιαγιάδες που αφηγούνται ιστορίες για διωγμούς και καταστροφές, έρωτες που έσπασαν στα δυο, φοίνικες που ξαναγεννήθηκαν -παραμύθια ελαφροΐσκιωτα, φυλαχτά, που εξ απαλών ονύχων στρατεύουν σε στράτες καλές κι αγαθές τους ανθρώπους- χιλιοειπωμένα πράγματα, τα λέω κι εγώ άλλη μια φορά κι όσο ζω θα τα λέω.

Αλλωστε, αυτό είναι η γιορτή: μια επανάληψη του καλού που το διδάσκει απ’ την αρχή...


email: stathis@enikos.gr
23-10-2012

Το μενού των φασιστών τοκογλύφων

 

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Μας φοβούνται. Μας τρέμουν!

  Της Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ

Μας φοβούνται. Μας τρέμουν. Εμάς όλους τους πολλούς που δεν τους πιστέψαμε, δεν τους ακολουθήσαμε. Μας τρέμουν όμως κι όλους εκείνους που είπαν χρόνια το ναι, άλλοτε αβίαστα και βολεμένα, άλλοτε ταπεινά κι εκβιασμένα στην άρχουσα τάξη της αστικής «νομοτέλειας». Αυτής που πούλησε με περισσή αυθάδεια κι ικανότητα, με άκρως πετυχημένη μετεμφυλιακή και μεταδικτατορική προπαγάνδα, με πλούσια βοήθεια από ξένα κέντρα αποφάσεων, απέραντα φύκια για απέραντες μεταξωτές κορδέλες.Φοβούνται και πουλάνε φόβο, καθώς οι ξεγελασμένοι όταν φτωχύνουν στη ζωή τόσο όσο και στα όνειρα για μια καλύτερη ζωή, είναι απρόβλεπτοι κινούμενοι στην κόλαση των άλλων.

 Γιατί συνειδητοποιούν ότι η κόλαση είναι οι άλλοι. Η λαϊκή εξουσία είναι οικονομία και έλεγχος και διανομή του πλούτου και παραγωγή ζωής κι ευτυχίας, είναι εργαλείο για κοινή, ομαδική, κοινωνικά δίκαιη και καθόλου νομοτελειακά, απλώς ιστορικά αναγκαία πρόοδος του συνόλου. Οταν έρχεται ως απότοκος των κοινωνικών σπλάχνων μοιράζεται στη βάση και στον καθένα ως δικαίωμα. Κατακτημένο με θυσίες και αγώνες. Με αποκοτιές και ανερμήνευτους ανυπολόγιστους ηρωισμούς. Είναι κοινός Γολγοθάς. Δεν είναι προνόμιο και πορφύρα. Είναι ανάληψη καθηκόντων και ευθύνης. Απ' τον καθένα κατά τις δυνάμεις του στον καθένα κατά τις ανάγκες του. Δεν είναι θρόνος και θώκος ή κάστρο ματαιόδοξων ζόμπι με την προσωρινή ψευδαίσθηση της αθανασίας.



Η ώρα της μεγάλης σύγκρουσης έφτασε. Βίαια και για πάμπολλους αιφνιδιαστικά. Για όσους δεν άκουσαν είτε γιατί δεν μπόρεσαν είτε γιατί δε θέλησαν τις κόκκινες «κασσάνδρες» και για το δούρειο και για τον ίππο. Ας ακουστούν τώρα. Που βγήκαν παγανιά οι φονιάδες με εξαιρετική λογιστική και προπαγανδιστικά άρτια επικοινωνιακή υποστήριξη. Με ψεύτικα διλήμματα να πατάνε στα πραγματικά. Ελευθερία ή θάνατος. Ελευθερία για την τάξη μας θάνατος για σας, αναμασούν αμήχανα σαν καπεταναίοι σε νερόλακκο...

 Γιατί η ελευθερία μας είναι ο θάνατός σας τώρα, απαντάμε, αυτοί που ορίσαμε να φυλάμε Θερμοπύλες. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Ισαμε και καταπάνω στο φως δεν πας με αλυσίδες περασμένες για μαργαριτάρια στο λαιμό των πεινασμένων κι άβουλων. Πας με τα απαστράπτοντα οστά των θυσιασμένων να φωτίζουν και να θερμαίνουν τις βαριές κι ασήκωτες καρδιές, καλά φυλαγμένα στον κόρφο, με στεγνωμένα δάκρυα. Πας με την οργή που γεννάει τ' άδικο και την θέλεις να γίνεται συντεταγμένη ορμή, τρομερή απάντησή σου.


Συντρόφια, πρέπει να τους αφοπλίζουμε κάθε λεπτό. Με το που ανοίγουν το στόμα τους ξερνάνε το κάψιμο του πάγου, που ακουμπιέται σαν αναλγητικό πάνω στο τσακισμένο απ' το ξύλο σώμα και μένει εκεί, ώσπου παρασυρμένο απ' την προσωρινή ανακούφιση να καίγεται και να μαυρίζει χωρίς να φταίει ο σωτήρας... Ιδού το χυδαίο και φανερά κρυμμένο όπλο των τελευταίων ημερών: Ολοι τους και καθένας χωριστά οι δήμιοι, βγαίνουν και διατυμπανίζουν πως πέθαναν απ' την κούραση και κατάφεραν να μιλάνε και να συμφωνούνε την ποινή που θα μας επιβάλουν επί δεκαπέντε ώρες συνεχόμενες. «Δέκα ώρες ήμαστε κλεισμένοι εκεί μέσα», λέει ο ένας, «ξενυχτήσαμε για χάρη σας» λέει ο άλλος!!! Ξοδεύουν, λένε, ώρες μαύρες και δύσκολες, ώ ρ ε ς ! Ρε οι άτιμοι! Για να καταπιούν τα χρόνια της δουλειάς και της ζωής μας, της περασμένης και της μελλοντικής.





Ω ρ ε ς ! ξόδεψαν, ας τους λυπηθούμε, για να πεινάσει αυτός που σάπισε 15ωρα στις φάμπρικες, 24ωρα στα χωράφια, μέρες ατέλειωτες κι ολόιδιες φυλακισμένος σε γραφεία, με άγριους μήνες στις θάλασσες και γερασμένος πάνω στα τιμόνια, κυρτωμένος πάνω απ' τα βιβλία μ' άδειο συχνά στομάχι, μια ζωή στην οικοδομή... Λυπηθείτε το δήμιο! Που έκοβε δικαιώματα και κεφάλια κυριολεκτικά επί ώ ρ ε ς κι ύστερα έκανε και το γκαρσόνι στους δράκουλες, κουβαλώντας το ασήκωτο βαρέλι με το αίμα μας σ' ασημένια κύπελλα για να το πιουν.


Βρε άι στα τσακίδια και τον ιστορικό αγύριστο!

Καταραμένα χ ρ ό ν ι α μ α ς οι ώρες τους δ ε θ α γ ί ν ο υ ν.
Γιατί το ξέρουνε και μπορούμε να το αποδείξουμε πως, μόνο αν είναι οι ώρες τους μετρημένες θα ξορκίσουμε τα χρόνια και θα τα 'χουμε δικά μας. Το λάδι απ' το καντήλι το 'χει και το βαστάει αναμμένο αυτός που φυτεύει, μεγαλώνει, μαζεύει τις ελιές, τις κάνει και λάδι και τρέφεται και τρέφει, γιατί τις έχει κι είναι αφέντης και παραγωγός και εισπράκτορας των κόπων του. Κάθε λαός αφέντης έχει και το λάδι και το φιτίλι του κύριος στον τόπο και το βιος του. Και μόνο τότε δε σβήνει ούτε απ' τις θύελλες το καντήλι του.


Αναδημοσιευση από τον Ριζοσπάστη 12-2-2012.