Newsletter , about physician without therapy and some others. Politics, science , human rights.Earth, Society, Travel.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Documento. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Documento. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018
Ζήτω η Μακεδονία, αλλά ζήτω και τα νησιά Κέιμαν.
Ζήτω η Μακεδονία, αλλά ζήτω και τα νησιά Κέιμαν.
Του Κωστα Βαξεβάνη
Δημοσιευτηκε στις 28-1-2018 στην εφημεριδα DOCUMENTO
Γιατί καλή και ελληνική η Μακεδονία, καλές οι σημαίες και οι στολές, ακόμη πιο καλές οι φωτογραφίσεις κάτω από τα αχαμνά του Βουκεφάλα, αλλά μην τα ισοπεδώσουμε όλα. Αλλο να σηκώνεις σημαία για τη Μακεδονία, να την αγαπάς, να στέκεσαι προσοχή όταν εμφανίζεται ο όποιος Φράγκος ή Φράνκο και άλλο να πρέπει αυτή η εθνική υπερηφάνεια να φύγει από την αόριστη σφαίρα των συγκινήσεων και να ακολουθήσει τον πραγματικό δρόμο τού χτίζω μια χώρα μαζί με άλλους. Στην πρώτη περίπτωση αρκούν μερικές κάμερες και να θυμηθείς αυτό που σου έλεγαν ή υπονοούσαν στο σχολείο, πως είμαστε ο καλύτερος λαός και ταυτόχρονα αδικημένος και καταπιεσμένος, αλλά πάλι με χρόνια με καιρούς θα βρούμε την άκρη. Στη δεύτερη θέλει αναμέτρηση με την πραγματικότητα.
Οι «πατριώτες» είναι παλιά εφεύρεση. Από τότε που ο Σάμιουελ Τζόνσον είχε αποφανθεί πως «patriotism is the last refuge of a scoundrel», ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός καθάρματος, πέρασαν χρόνια αλλά και καθάρματα που κουνούσαν σημαίες κάτω από τις οποίες έκρυβαν και δικαιολογούσαν από βρομιά ως προδοσία. Μην πάτε μακριά. Οι Eλληνες δωσίλογοι πέρασαν την πολιτική πόρτα που τους μετονόμασε σε πατριώτες (έως και σύνταξη τους έδωσαν) και πολέμησαν με μίσος όσους τους είχαν πολεμήσει ως προδότες, βαφτίζοντάς τους ανθέλληνες.
Δεν φτάνει λοιπόν ούτε να κουνάς σημαίες ούτε να διπλώνεις τον χάρτη για να δεις αν η Κρήτη πέφτει πάνω στη Μακεδονία, για την οποία συγκινείσαι αβάσταχτα, ώστε να είσαι πατριώτης.
Πριν από χρόνια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος σε μια ομιλία του είχε προσδιορίσει τον κατ’ αυτόν πατριώτη ως τον πολίτη που νοιάζεται για τη χώρα και τον συμπατριώτη του, πληρώνει φόρους για να λειτουργεί το κράτος και η πατρίδα, ενδιαφέρεται για το κοινό καλό. Οπως έλεγε, πραγματικός πατριώτης είναι όποιος ενεργεί καθημερινά και ευσυνείδητα στον τομέα που ετάχθη, υπέρ της πατρίδος, δηλαδή υπέρ του γενικού καλού και οφέλους. Παραδείγματος χάριν, ο καλός δάσκαλος, που ενδιαφέρεται για τη μετάδοση της γνώσης στους μαθητές του και αγωνιά για τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα που θα ανυψώσει την ψυχή τους, δικαιούται να λογίζεται πατριώτης. ∆εν είναι πατριώτης ο υπάλληλος του δημοσίου που δεν σέβεται και δεν υπηρετεί τους πολίτες, που δεν λογαριάζει το δημόσιο χρήμα το οποίο διαχειρίζεται, αυτός που τις ώρες της υπηρεσίας του δεν τις αφιερώνει στις υποχρεώσεις του αλλά στις προσωπικές του ενασχολήσεις και συμφέροντα. Ούτε ο κερδοσκόπος έμπορος και κάθε άλλος –και είναι πολλοί– που επιδιώκει τον αθέμιτο πλουτισμό.
Εχει ιδιαίτερη σημασία πως ένας άνθρωπος της Δεξιάς, της εργολάβου του πατριωτισμού, έβγαζε τον πατριωτισμό από το βολικό πλαίσιο στο οποίο το τοποθετούσε η Δεξιά, ως εθνικιστική μεγαλοστομία και πολέμους εκ του ασφαλούς, και έλεγε πως ο πατριώτης προσδιορίζεται από πιο ουσιαστικά πράγματα. Γιατί το θυμήθηκα; Γιατί βλέπω για μια ακόμη φορά την ελληνική Δεξιά να αγαπά τη Μακεδονία κουνώντας σημαίες, αλλά πιο πολύ τα νησιά Κέιμαν, τις offshore και τους συνεταίρους με το μαύρο χρήμα.
Τη Μακεδονία αγαπούν φαντάζομαι και όσοι έκλεισαν εργοστάσια για να τα μεταφέρουν στη Βουλγαρία με το χαμηλότερο κόστος, όσοι απέλυσαν Μακεδόνες για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη και όσοι μετά το συλλαλητήριο έσπευσαν να τζογάρουν στο καζίνο στη Γευγελή. Επίσης πολλοί από αυτούς που κλέβουν φόρους με τους οποίους γίνονται δρόμοι, σχολεία, νοσοκομεία, πολλοί από αυτούς που θέλουν να απολύσουν τους «υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους», οι άλλοι που όταν θέλουν να κρύψουν τις λαμογιές φοράνε έως και σώβρακο με τα χρώματα της γαλανόλευκης.
Δεν γίνεται να αγαπάς τη χώρα και τη Μακεδονία αλλά να έχεις αλισβερίσια με τα Κέιμαν για να μην πληρώνεις φόρους, να μη σε πειράζουν οι Παπασταύρου και οι Μαρέβες και να αποκαλείς λειτουργίες της αγοράς τη διακίνηση μαύρου χρήματος και την απόκρυψη πλούτου που οδηγεί στη χρεοκοπία της χώρας.
Δεν γίνεται να αγαπάς τις σημαίες περισσότερο από τους ανθρώπους και τα συνθήματα πιο πολύ από την ελευθερία των ανθρώπων να είναι ό,τι είναι. Επίσης δεν γίνεται να θεωρείς πως άνθρωποι που γεννήθηκαν πέντε ή δέκα χιλιόμετρα πιο μακριά από σένα είναι χειρότεροι λόγω αυτής τους της τυχαίας γεωγραφικής τοποθέτησης. Δεν γίνεται να μισείς και να είσαι πατριώτης, γιατί η πατρίδα χρειάζεται ανθρώπους και όχι βρικόλακες που θέλουν να κατασπαράξουν βαφτίζοντας τους απέναντι ανθέλληνες.
Οχι, όλοι αυτοί που μαζεύτηκαν στο συλλαλητήριο δεν ήταν ακροδεξιοί, αλλά όλοι οι ακροδεξιοί ήταν εκεί. Και αν αυτή η συνύπαρξη δεν προβληματίζει, υπάρχει πρόβλημα.
Μπορεί λοιπόν, θέλοντας να πείσει συγκινησιακά για τον πατριωτισμό του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης να είπε πως αν διπλώσει τον χάρτη της χώρας, η Κρήτη, απ’ όπου κατάγεται, πέφτει πάνω στη Μακεδονία, αλλά αν διπλώσει τον παγκόσμιο χάρτη, πολύ φοβάμαι πως το σπίτι του θα πέσει πάνω σ’ εκείνο του Βολταίρου στο Παρίσι και τα δύο μαζί πάνω στα νησιά Κέιμαν.
Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017
Απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών
Απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών
Ιωάννης Κ. Μαντζουράνης
Δημοσίευση στο Documento στις 28.12.2017
Documento #58
23.12.2017
Του Ιωάννη Κ. Μαντζουράνη, Δικηγόρου
1 Στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες ουδείς και ουδέν είναι υπεράνω υποψίας, όλοι και όλα πρέπει να ελέγχονται και επιτρέπεται να κρίνονται, μηδενός εξαιρουμένου.
2 Εφόσον είναι «ανθρώπινον το σφάλλειν» και οι δικαστές μπορεί να σφάλλουν, συνεπώς υπάρχουν ορθές και εσφαλμένες δικαστικές αποφάσεις.
Ολες οι δικαστικές αποφάσεις είναι δεσμευτικές, αφού συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα, πάντοτε για τους διαδίκους και συχνά και για τους υπόλοιπους πολίτες, πλην όμως δεν είναι όλες οι δικαστικές αποφάσεις σεβαστές, αφού μόνον οι ορθές δικαιούνται σεβασμού και είναι αξιοσέβαστες.
3 Οι φορείς δημόσιας εξουσίας, όπως λ.χ. οι βουλευτές, οι υπουργοί και οι δικαστές, μπορεί και πρέπει να ελέγχονται και να κρίνονται από κάθε πολίτη. Η κριτική μπορεί να είναι βάσιμη ή αβάσιμη, ορθή ή εσφαλμένη, καλόπιστη ή κακόπιστη κ.ο.κ. Αλλωστε και η κριτική επιδέχεται και υπόκειται σε κριτική. Μόνο που η αξιοπιστία και βασιμότητα της κριτικής δεν εξαρτάται πρωτίστως από την άποψη των κρινόμενων. Εν ολίγοις, περί του εάν είναι καλόπιστη ή κακόπιστη και βάσιμη ή αβάσιμη η κριτική μιας δικαστικής απόφασης πιο αξιόπιστα αποφαίνονται οι πολίτες, νομικοί ή και μη, παρά οι κρινόμενοι δικαστές.
4 Η διάκριση των λειτουργιών του κράτους σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική και η συνακόλουθη ανάθεση κάθε λειτουργίας σε ξεχωριστά όργανα δεν συνεπάγεται απόλυτο διαχωρισμό αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων, αφού η συνεργασία των φορέων καθεμίας εκ των τριών λειτουργιών αναποφεύκτως επιβάλλεται από τη φύση των πραγμάτων και επιτρέπεται από το σύνταγμα. Σε αυτό το πλαίσιο των διακριτών ρόλων και αναγκαίων συνεργασιών των τριών εξουσιών είναι ανεπίτρεπτη η αντιπαλότητα, όχι όμως απαγορευμένη η κριτική των αποφάσεων των φορέων μιας κρατικής λειτουργίας από τους φορείς μιας άλλης. Ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα των σχετικών με τη διάκριση των εξουσιών συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι απαγορεύεται σε βουλευτές, υπουργούς και δικαστές να κρίνουν και κατακρίνουν αποφάσεις αλλήλων.
Αρα είναι απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών, ιδίως όταν οι δικαστικές αποφάσεις επηρεάζουν επιλογές είτε της κυβέρνησης είτε της Βουλής, όπως εξάλλου οι δικαστές κρίνουν αποφάσεις της νομοθετικής ή εκτελεστικής εξουσίας.
5 Με την κριτική δεν προσβάλλεται η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, αφού έτσι ελέγχεται μόνον η ευθυκρισία των δικαστών που έλαβαν την κρινόμενη απόφαση. Συχνά ακούγονται κλαυθμοί και οδυρμοί για τη δήθεν πληττόμενη δικαστική ανεξαρτησία όταν αμφισβητείται δημοσίως η ορθότητα μιας δικαστικής απόφασης, ιδίως όταν έχει και πολιτικές συνέπειες. Οταν δεν γίνεται σκόπιμη απόπειρα ακύρωσης της δημόσιας κριτικής με αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης υπό το πρόσχημα της προστασίας της δικαστικής ανεξαρτησίας, μάλλον πρόκειται για εσφαλμένη αντίληψη των πραγμάτων.
6 Με αυτά τα δεδομένα, οι πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ για το πόθεν έσχες μπορεί και πρέπει να κρίνονται και ενδεχομένως να κατακρίνονται, εφόσον έτσι θεωρούν οι ασκούντες κριτική σε αυτές πολίτες. Το βάσιμον ή αβάσιμον και το καλόπιστον ή κακόπιστον αυτής της κριτικής αξιολογείται από τους πάντες και όχι μόνον από τους εκδόσαντες τις κρινόμενες αποφάσεις, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως υποκείμενοι οι ίδιοι σε κριτική, δεν είναι και οι πλέον αντικειμενικοί κριτές των κριτών του εαυτού των.
7 Οι συγκεκριμένες αποφάσεις, καθ’ ο μέρος διέρρευσαν στα ΜΜΕ, περιέχουν και ορθές και εσφαλμένες κρίσεις.
Ανεξαρτήτως αγαθών ή μη προθέσεων, προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην κατοχύρωση της διαφάνειας σε ό,τι αφορά την προέλευση της περιουσίας των ασκούντων δημόσια εξουσία και λειτουργία. Δημιουργούν γκρίζες ζώνες στον έλεγχο πόθεν έσχες όλων των υπόχρεων με αδικαιολόγητες εξαιρέσεις σε σχέση με τη δήλωση προέλευσης μετρητών, πινάκων, τιμαλφών, περιεχομένων σε θυρίδες κ.ά., δηλαδή ακριβώς εκεί όπου ανθεί και καρποφορεί το βρόμικο χρήμα, ευδοκιμεί το έγκλημα και παραφυλάει η διαπλοκή. Αναζητούν νομιμοποιητικό έρεισμα στην προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας με μειωμένη αν όχι ελάχιστη πειστικότητα. Και αυτό γιατί στο σύνταγμα διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των δικαστών μόνον κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου και όχι για όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των δικαστών. Εν ολίγοις, η απονομή δικαιοσύνης γίνεται αποκλειστικώς και μόνον από δικαστές, οι οποίοι κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων τους είναι ανεξάρτητοι. Οταν όμως πρόκειται για μη δικαστικά έργα, ουδείς ουσιαστικός λόγος αλλά και συνταγματικός περιορισμός επιβάλλει το εν λόγω έργο να ασκείται αποκλειστικώς και μόνον από δικαστές ή έστω κατά πλειοψηφία από δικαστές. Με αυτή την έννοια ο έλεγχος του πόθεν έσχες των δικαστών, που δεν συνιστά κατά περιεχόμενο δικαιοδοτικό έργο αλλά αποτελεί καθαρώς διοικητικό έλεγχο, δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές της δικαστικής ανεξαρτησίας συνταγματικές διατάξεις, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον φορολογικό έλεγχο των δικαστών ή με τον πολεοδομικό έλεγχο των ακινήτων δικαστών κ.λπ., οι οποίοι δεν ασκούνται από δικαστές αλλά από τα αρμόδια όργανα της δημόσιας διοίκησης.
Αλλωστε είναι κολοβός ο έλεγχος, που περιορίζεται σε αυτοέλεγχο, αφού δεν παρέχει εχέγγυα αμεροληψίας και ευχερώς αμφισβητείται η αντικειμενικότητά του.
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η δημοσίευση των κειμένων των σχετικών αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ, οπότε και θα καταστεί δυνατή η πλήρης αξιολόγηση της αιτιολογίας και συνακολούθως της ορθότητας ή μη αυτών. Μέχρι τότε η σχετική συζήτηση είναι αποσπασματική και ο αντίστοιχος δημόσιος διάλογος λειψός.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





