Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Οποιος θέλει κουρεμα στο χρέος των Ελλήνων να σηκώσει το χέρι του!

Ιστορίες χρέους Σιώτος Γιάννης | ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΑΥΓΗ ΤΗΝ 26.05.2016 Ιστορίες χρέους Του Γιάννη Σιώτου Το χρέος το δίχως άλλο είναι μία λέξη βρόγχος για όλους σχεδόν τους Έλληνες. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, η χώρα και οι άνθρωποί της αναμετρώνται καθημερινά με αυτό, καθώς επηρεάζει με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο την καθημερινότητά τους. Το δίχως άλλο, όλη αυτή, η αγωνιώδης προσπάθεια έχει αναγκάσει τους Έλληνες να "ανακαλύψουν" τα οικονομικά του χρέους και να μάθουν γι' αυτό πράγματα που θα τα ζήλευε ακόμα και ένας τελειόφοιτος μίας πανεπιστημιακής οικονομικής σχολής. Ενώ εκατομμύρια Έλληνες αισθάνονται -δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα- ειδικοί περί το χρέος, ελάχιστοι είναι αυτοί που αποπειρώνται να ακολουθήσουν διαφορετικές διαδρομές για να το κατανοήσουν. Οι διαδρομές που προσφέρουν τα μονοπάτια που έχει χαράξει η ιστορία, η φιλολογία και η φιλοσοφία μπορεί να μην ενδείκνυνται για να παρακολουθήσει κανείς τους οικονομολόγους, αλλά σίγουρα βοηθούν στο να αντιληφθεί κανείς την αποτελεσματικότητα του χρέους ως όπλο. Βοηθούν επίσης να γίνουν αντιληπτά τα φιλοσοφικά τερτίπια και τα τεχνάσματα -ενδεδυμένα τις περισσότερες φορές με μανδύα ηθικής- που χρησιμοποιούν οι ισχυροί προκειμένου να λεηλατήσουν -κυριολεκτικά και μεταφορικά- τις ζωές των αδυνάτων είτε αυτοί είναι μεμονωμένα άτομα είτε κράτη. Κυρίως όμως βοηθούν για να συνειδητοποιήσει κανείς την υποκρισία των ισχυρών, όταν ξαφνικά γίνονται αδύναμοι. Τότε ανακαλύπτουν έννοιες όπως την "κατανόηση" ΄και τη "λογική" που προηγουμένως τις έγραφαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους.
Σίγουρα, η ιστορία αυτού του λαού προσφέρεται γι' αυτή την "εξερεύνηση". Άλλωστε πριν ακόμα λευτερωθούν οι Έλληνες βρέθηκαν να χρωστούν λεφτά, που δεν έφτασαν ποτέ σε αυτούς και να πληρώνουν λογαριασμούς για δανεικά που τα είχαν φάει άλλοι. Τα πρώτα δάνεια από ξένους ιδιώτες συνήφθησαν, το 1824 και το 1825. Η επαναστατική κυβέρνηση υπέγραψε δάνειο συνολικού ύψους 2,8 εκατ. στερλινών, ονομαστικής αξίας έκαστον 100 στερλινών, αλλά πραγματικής 59 στερλινών, για το δάνειο του 1824 και 55,5 στερλινών για εκείνο της επόμενης χρονιάς. Τελικά στα ταμεία έφθασαν μόνο 540.000 στερλίνες. Όλα τα υπόλοιπα χρήματα παρακρατήθηκαν όχι μόνο από τους Βρετανούς τραπεζίτες, αλλά και από τους Έλληνες και τους ξένους μεσάζοντες και τους διαχειριστές του δανείου. Φυσικά, έχοντας άδεια τα ταμεία η ελληνική κυβέρνηση της επαναστατημένης Ελλάδας, δεν είχε πόρους για να πληρωθούν τα τοκοχρεολύσια και έτσι, δύο χρόνια μετά τη σύναψη του δεύτερου δανείου, κήρυξε παύση πληρωμών. Δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί που συνδέουν την εμπλοκή των ισχυρών δυνάμεων της εποχής στην αγωνία που είχαν προκειμένου να διαφυλάξουν τα συμφέροντα των ομολογιούχων, αφού αν δεν υπήρχε ελληνικό κράτος τα λεφτά θα χάνονταν. Ο Καποδίστριας προσπάθησε από το 1830 να βρει πάλι δανεικά. Συνάντησε την άρνηση στο να ανανεώσει την εξυπηρέτηση των δανείων του '24 και '25 και αναζήτησε εγγυήσεις τρεις προστάτιδες δυνάμεις. Δυστυχώς, πριν προλάβει να κλείσει τη συμφωνία για νέο δάνειο, δολοφονήθηκε το 1831. Με τη συνθήκη του Λονδίνου της 7.5.1832, πήραμε το δάνειο των 60 εκατ. φράγκων, και τον Όθωνα ο οποίος συμφώνησε με τους δανειστές ότι προηγούνται οι αποπληρωμές των χρεολυσίων έναντι οποιασδήποτε άλλης κρατικής δαπάνης. Από τα 60 εκ. φράγκα, στην Ελλάδα έφτασαν μόνον τα 27 εκατ. Οι δανειστές μας όχι μόνον παρακράτησαν έναντι προηγούμενων οφειλών 2 εκατ., όχι μόνον πήραν προμήθεια άλλα τόσα, αλλά υποχρεωθήκαμε να πληρώσουμε 11 εκατ. στον σουλτάνο για την αγορά της Φθιώτιδας, της Φωκίδας και της Εύβοιας που είχαμε ήδη απελευθερώσει. Αφαιρέθηκαν τα έξοδα της Αντιβασιλείας και οι μισθοί στρατιωτικών, κυρίως Βαυαρών και από τα 60 εκατ. στα ταμεία του κράτους, υπέρ των ελληνικών κρατικών δαπανών εκταμιεύτηκαν μόνον 2,7 εκατ. φράγκα. Τα συμπεράσματα από αυτή τη μικρή αναδρομή σίγουρα ανατρέπουν τις απόψεις πολλών σοφών που θέλουν να εμφανίζουν τους οφειλέτες ως ανήθικους και τους πιστωτές ως ηθικούς. Φυσικά, όλα τα προηγούμενα είναι μία μικρή υποσημείωση στη μακρά ιστορία του χρέους. Το 2.400 π.Χ. έχουμε το πρώτο καταγεγραμμένο παράδειγμα διαγραφής χρεών και καταστροφής αρχείων οφειλετών. Αυτό έγινε από τον βασιλιά Enmetena στην πόλη - κράτος των Σουμερίων Lagash στη Μεσοποταμία. Στη συνέχεια, η βιβλική παροιμία «Οι πλούσιοι κυριαρχούν πάνω στους φτωχούς, και ο δανειολήπτης είναι δούλος του δανειστή» χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την ακύρωση «απεχθών» χρεών μετά την αλλαγή καθεστώτος. Όμως, χρησιμοποιήθηκε επίσης για τη φυλάκιση οφειλετών, για παράδειγμα στα έργα του Καρόλου Ντίκενς. Η "επανάσταση" στην αγορά του χρέους είναι η δημιουργία του χρήματος, καθώς με τον τρόπο αυτό προσφέρθηκε μια λογιστική μονάδα για την παρακολούθηση των χρεών. Το πιο σημαντικό, αυτό οδήγησε σε μια απο-προσωποποίηση των σχέσεων πιστωτή - οφειλέτη, καθιστώντας δυνατή την εμπορική κοινωνία. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις καινοτομίες της [ταχυδρομικής] αποστολής και των εξασφαλίσεων απαιτήσεων. Με αυτόν τον τρόπο, το χρέος συνδέθηκε με την απειλή, και συχνά στην πραγματικότητα, με τη διάβρωση της ελευθερίας, όχι μόνο για τα άτομα, αλλά και για ολόκληρες οικογένειες. Βρέθηκαν σε μια κατάσταση «δουλείας του χρέους». Αυτό ήταν η αιτία που πολλοί φιλόσοφοι ασχολήθηκαν με την έννοια του χρέους. Ο Φρίντριχ Νίτσε προσέφερε έναν ανθρωπολογικό απολογισμό της ιστορικής σύνδεσης της ενοχής με το χρέος. Τόνισε ότι το χρέος ήταν συνδεδεμένο με την ηθικολογία των εννοιών του καθήκοντος, της τιμής, της αυτοεκτίμησης και του κύρους. Στο «Γενεαλογία της Ηθικής». Ο Νίτσε κοίταξε πίσω στην «παλαιότερη και πιο πρωτόγονη» προσωπική σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη ως την προέλευση του πώς «ένα πρόσωπο μετρά πρώτα τον εαυτό του έναντι του άλλου». Και φυσικά αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί η προσέγγιση αυτή να ταιριάζει με την «κλοπή» των πρώτων ελληνικών δανείων.
Από τον 18ο αιώνα η γέννηση και η τεράστια αύξηση του δημόσιου χρέους και το παιχνίδι κάπως άλλαξε αφού κάποιοι ισχυροί βρέθηκαν να χρωστούν. Και φυσικά, αφού ενέδυσαν τον δανεισμό με τον μανδύα του εθνικού συμφέροντος φρόντισαν να φορτώσουν τα δεινά στους πιο αδύναμους και ευάλωτους. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, τα καταστροφικά οικονομικά των Γάλλων βασιλέων στον 18ο αιώνα, είχαν μια βαθιά επίδραση στην οικονομική, πολιτική και φιλοσοφική σκέψη. Ο Γάλλος φιλόσοφος Montesquieu εξέφρασε την ανησυχία του στο «Πνεύμα των Νόμων». Το δημόσιο χρέος, έγραψε, «παίρνει το αληθινό έσοδο του κράτους από εκείνους που έχουν δραστηριότητα και βιομηχανία, για να το μεταφέρει στους νωχελικούς: Δηλαδή, δίνει διευκολύνσεις για εργασία σε όσους δεν εργάζονται, και βαρύνει με δυσκολίες αυτούς που όντως εργάζονται».
Αλλά και, οι Σκωτσέζοι στοχαστές Ντέιβιντ Χιουμ και Άνταμ Σμιθ φοβούντο ότι το δέλεαρ του δημόσιου χρέους θα διαφθείρει τα κράτη και θα δημιουργήσει πολιτικές της ψευδαίσθησης και της ύβρεως. Η χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους διευκόλυνε καταστροφικούς πολέμους στην Ευρώπη και υποστήριξε τη μάταιη επιδίωξη της αυτοκρατορίας στον Ατλαντικό, τη Μεσόγειο και την Ινδία. Διεύρυνε επίσης την πολιτική πατρωνία, δημιουργώντας μια αμοιβαία εξάρτηση μεταξύ των κρατών και των πιστωτών, κάτι που οδήγησε στην ολιγαρχία και τον κομματισμό και διακινδύνευσε την κατάρρευση της δημόσιας αρετής.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, η αναδυόμενη γερμανική ιστορική και θεσμική σχολή οικονομικών απέκτησε μια πολύ διαφορετική άποψη για το δημόσιο χρέος από εκείνο του Μοντεσκιέ, του Χιούμ, του Σμιθ και του Τζέφερσον. Ενώθηκαν στην άποψη ότι το δημόσιο χρέος ήταν αναπόσπαστο μέρος των εθνικών οικονομιών. Οι στοχαστές Karl Dietzel και Lorenz von Stein πίστευαν ότι το κράτος είχε θετικό ρόλο στην εξισορρόπηση της οικονομίας, πάνω απ' όλα μέσω της χρηματοδότησης των επενδύσεων που τονώνουν την παραγωγικότητα, σε υποδομές και σε δημόσιες παροχές. Μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, η χαλάρωση της αίσθησης του περιορισμού και της ενοχής που συνδέονται με το χρέος πήρε μια ριζικά νέα μορφή. Οι πιστωτές έχουν την τάση να θεωρούνται ως «άγιοι», οι οφειλέτες ως «αμαρτωλοί». Η αρετή είναι συνδεδεμένη με τους πρώτους (σύνεση, σκληρή δουλειά), και η κακία στους δεύτερους (απερισκεψία, τεμπελιά). Αυτό το είδος της γλώσσας θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρέπεια, την τιμή και τον αμοιβαίο σεβασμό. Προκαλεί τα βασικά, καθώς και τα ευγενή συναισθήματα, συμπεριλαμβανομένων της δυσαρέσκειας, του παράπονου και της οργής. Οι ηθικές και συναισθηματικές διαστάσεις του χρέους είναι στενά συνυφασμένες. Και φυσικά έχει πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνει τη στάση εκείνων που από πιστωτές μετατρέπονται σε απελπισμένους οφειλέτες. Για παράδειγμα να συγκρίνει κανείς τη στάση της Γερμανίας, όταν στήριζε τις απαιτήσεις των ομολογιούχων της έναντι της Ελλάδος κατά τον 19ο αιώνα και τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί πολιτικοί, όταν μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους βρέθηκαν με ένα τεράστιο χρέος. Ο καγκελάριος Βίσμαρκ απείλησε να μπλοκάρει τη συνθήκη προσάρτησης της Θεσσαλίας αν δεν εξοφλούνταν άμεσα οι Βαυαροί κληρονόμοι και οδήγησε την τότε ελληνική κυβέρνηση να αποδεχθεί έναν «συμβιβασμό» που περιέλαβε όχι μόνο τους «θεσμικούς επενδυτές» του 1832, αλλά και τους ιδιώτες ομολογιούχους των δανείων της ανεξαρτησίας, που αγόρασαν στη δευτερογενή αγορά μέχρι και 5 δρχ. ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 100.
Οι επίγονοι του Βίσμαρκ που διαπραγματεύτηκαν το χρέος από τους δύο παγκόσμιους πολέμους επικαλέστηκαν ως επιχειρήματα τα πάντα: από την αδυναμία μέχρι την ανθρωπιστική κρίση. Και έτσι διαπιστώνει κανείς όχι μόνο το μέγεθος της υποκρισίας, αλλά και την αναλγησία των ισχυρών.

1 σχόλιο:

  1. Οι ψευτοεπιχειρηματίες κοράκια της αγοράς που βολεύονται με το χρήμα του κρατικού κορβανά σίγουρα δεν θέλουν ανεξ΄λαρτητη προδιάστατη ανάπτυξη και μηδεν επενδυτικό ρίσκο για τα δικά τους κεφάλαια. Τάχουν άλλωστε σε μόνιμη στάθμευση σε ευκαιριακούς παραδείσους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σε αυτό το μικρό τόπο μπορείτε ευκολα να ξεχωρίσετε τους εθνικούς νταβατζήδες από τους εθνικούς μπεταντζήδες;;