Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Η γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη και η ανάγκη αντιμετώπισής της εντός της Ευρωζώνης

Η γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη και η ανάγκη αντιμετώπισής της εντός της Ευρωζώνης Κατερινόπουλος Κωνσταντίνος | ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΗΝ 02.08.2015
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ Ο τελευταίος μήνας της διαπραγμάτευσης για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους της χώρας, και ιδίως η συμφωνία της 13ης Ιουλίου και το πεδίο στο οποίο αυτή καταρτίστηκε, ανέδειξε με σαφήνεια ότι οι απαιτήσεις των θεσμών δεν έχουν ούτε τεχνικό ούτε οικονομικό περιεχόμενο, αλλά πρωτίστως πολιτικό. Κυριαρχική θέση στη διαπραγμάτευση για την κάλυψη και στην ουσία ανακύκλωση των δανειακών αναγκών της χώρας και άρα και των χρεών της, μέσω της νέας δανειακής σύμβασης κατείχαν οι πολιτικές απαιτήσεις και θέσεις της γερμανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ, όπως εκφράζεται στη δεδομένη πλειοψηφία στο γερμανικό Κοινοβούλιο, σε σύμπραξη με τις χώρες - δορυφόρους της Γερμανίας με κύριο κορμό τις προερχόμενες από το πρώην ανατολικό μπλοκ, συνεπικουρούμενες από την Ολλανδία και τη Φινλανδία. Χώρες οι οποίες μεταξύ τους έχουν τις στενότερες οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, ενώ μοιράζονται και παρόμοιες δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές και υπό την έννοια αυτή συγκροτούν μια δυνάμει μερικότερη άριστη νομισματική ζώνη μέσα στην Ευρωζώνη.
Μια οικονομική περιοχή αποτελεί άριστη νομισματική ζώνη όταν η χρήση ενός κοινού νομίσματος δεν συνεπάγεται απώλεια ευημερίας. Κριτήριο γι' αυτό είναι η αντιμετώπιση των ασύμμετρων διαταραχών, καθώς τότε είναι που χρειάζεται το εργαλείο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί στην κοινή κεντρική τράπεζα. Εφόσον η αντιμετώπιση αυτών των διαταραχών γίνεται μέσω της προσαρμογής στις τιμές και τους μισθούς, η αποκαλούμενη εσωτερική υποτίμηση, τότε υπάρχει απώλεια ευημερίας, κάτι που είναι το κύριο χαρακτηριστικό στην αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη με τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, αλλά που στην ελληνική περίπτωση έχει μεγιστοποιηθεί και έχει λάβει πλέον παρατεταμένο χαρακτήρα, όπως δείχνει η νέα επώδυνη προσαρμογή που επιχειρείται με την υπό διαπραγμάτευση συμφωνία με τον ESM. Η ελληνική κρίση έχει γίνει το επίκεντρο στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρωζώνης, καθώς το πρόβλημα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας είναι το εντονότερο από όσα αντιμετωπίζουν μια σειρά από χώρες της Ευρωζώνης και όχι μόνο η Ισπανία και η Πορτογαλία αλλά και η Γαλλία με την Ιταλία. Είναι χαρακτηριστική η επιβεβαίωση από την ίδια την ΕΚΤ, που στην ανακοίνωσή της στις 29 Ιουλίου, αναφέρει ότι το ενιαίο νόμισμα απέτυχε να μειώσει τις διαφορές ευημερίας μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Στη μελέτη μεταξύ των 12 αρχικών χωρών του ευρώ διαπιστώνεται ότι μόνο η Ιρλανδία βελτίωσε τη θέση της, ωστόσο η ΕΚΤ, ακολουθώντας τη μονεταριστική και γερμανική οπτική για τα πράγματα, κατηγορεί γι' αυτό τις κακές πολιτικές που εφάρμοσαν τα ίδια τα κράτη, που δεν βελτίωσαν τη θέση τους και όχι τη δική της πολιτική ούτε, πολύ περισσότερο, τις πολιτικές των χωρών που ξεκίνησαν από ευνοϊκότερη θέση και επιμένουν στη διατήρηση των διαφορών.
Παράλληλα αναζωπυρώθηκε σε όλη την Ευρώπη και ειδικά για την Ελλάδα η προοπτική επαναφοράς του εργαλείου της συναλλαγματικής ισοτιμίας, μέσω της υιοθέτησης εγχώριου νομίσματος και αντίστοιχης πολιτικής. Ωστόσο η εκ νέου εθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής δεν θα λύσει το πρόβλημα, όταν το κύριο ζήτημα είναι η υποβάθμιση της θέσης της χώρας στον παγκόσμιο και τον ειδικό ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας. Πράγματι, η δημοσιονομική πολιτική της Γερμανίας συμπληρώνεται άριστα από τη μονεταριστική πολιτική της ΕΚΤ, η οποία και τώρα, υπό καθεστώς ποσοτικής χαλάρωσης, ευνοεί περισσότερο τη Γερμανία και τις πλεονασματικές χώρες. Η Γερμανία αρνείται να μειώσει το πλεόνασμα στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών της και κυρίως το εμπορικό της πλεόνασμα και μάλιστα το πλεόνασμα των εντός Ευρωζώνης συναλλαγών της, κρατώντας καθηλωμένους τους μισθούς στο εσωτερικό της.
Το αποτέλεσμα είναι τόσο σε αυτή όσο και στις λοιπές πλεονασματικές χώρες της Ευρωζώνης να αυξάνεται η προσφορά χρήματος και άρα τα επιτόκια δανεισμού από τις εμπορικές τράπεζες να είναι σχεδόν μηδενικά, ενώ στις ελλειμματικές χώρες, να μειώνεται η προσφορά χρήματος και τα επιτόκια δανεισμού των εμπορικών τραπεζών να αποκλίνουν σημαντικά από εκείνα στις πλεονασματικές χώρες. Σαφώς η κατάσταση αυτή δημιουργεί έλλειμμα ανταγωνιστικότητας στις ελλειμματικές χώρες, όπως η Ελλάδα, το οποίο οφείλεται στο μεγαλύτερο κόστος επένδυσης κεφαλαίου, που έχει ως αποτέλεσμα και τη μειωμένη παραγωγικότητα της εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, καθώς η τελευταία είναι μέγεθος συναρτημένο με τη διαρκή τεχνολογική καινοτομία και την εξαγωγή σχετικής υπεραξίας.
Όσο όμως το κόστος κεφαλαίου είναι απαγορευτικό για νέες επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας, στις ελλειμματικές χώρες, βρισκόμαστε σε ένα συνεχές σπιράλ απαξίωσης του κεφαλαίου και της εργασίας και ως λύση παρουσιάζεται η περαιτέρω υποτίμηση και στη συνέχεια η εξαγορά υποδομών, συσσωρευμένου κεφαλαίου και παραγωγικών συντελεστών από το κεφάλαιο εκείνο που έχει δωρεάν πρόσβαση στον χρηματοπιστωτικό τομέα στην Ευρωζώνη, πρακτικά το γερμανικό κεφάλαιο και το συνδεδεμένο με αυτό. Αυτή την ανισορροπία προσπάθησε, ανάμεσα στα άλλα, να αντιμετωπίσει και το τρέχον πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, που οδήγησε σε σημαντική μείωση των επιτοκίων δανεισμού όλων των χωρών, αν και η αρχική του αρχιτεκτονική νοθεύτηκε σε σημαντικό βαθμό από τη γερμανική παρέμβαση. Ανάλογα με το βάθος της κρίσης και της αναγκαίας προσαρμογής, η εξαγορά γίνεται μέσα από τις διαδικασίες της ελεύθερης αγοράς ή όπως στην Ελλάδα, που έχει μείνει μέχρι τώρα, κακώς, εκτός της ποσοτικής χαλάρωσης, εξαναγκαστικά μέσω και της σύστασης δομών ειδικών όπως του προβλεπόμενου νέου ταμείου. Η φενάκη του εγχώριου νομίσματος Η υπόθεση εργασίας ότι η υιοθέτηση εγχώριου νομίσματος και η δραστική του υποτίμηση θα αποκαταστήσει τη διαταραγμένη ισορροπία, είναι λάθος, διότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην έλλειψη εξωτερικής ανταγωνιστικότητας όσον αφορά την τιμή του τελικού παραγόμενου στην Ελλάδα προϊόντος ή υπηρεσίας, αλλά στο κόστος κεφαλαίου για νέες επενδύσεις στην αιχμή της τεχνολογικής καινοτομίας, το οποίο όχι μόνο δεν θα λυθεί, αλλά, αντίθετα, θα επιδεινωθεί. Το εγχώριο νόμισμα θα πρέπει να είναι ονομαστικά ακριβό για να έχει μια σταθερή, έστω και την αρχικά υποτιμημένη, ισοτιμία και άρα το δανειακό χρήμα να έχει υψηλό επιτόκιο για να αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός, διαφορετικά το εγχώριο χρήμα (η νομισματική βάση και τα δάνεια των εμπορικών τραπεζών) θα είναι πληθωριστικό. Και στις δύο περιπτώσεις οι αναγκαίες ποσότητες φθηνού κεφαλαίου για ανταγωνιστικές καινοτόμες επενδύσεις σταθερού κεφαλαίου θα είναι αδύνατες. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης που θα δημιουργηθεί θα είναι μια πολύ σκληρότερη από την εντός Ευρωζώνης επιβαλλόμενη λιτότητα, για την αναγκαία μείωση των υψηλών επιτοκίων που θα υιοθετηθούν αρχικά για την αντιστάθμιση των πληθωριστικών πιέσεων. Ο μηχανισμός αυτός δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιωδώς ακόμη κι αν η μετάβαση σε εγχώριο νόμισμα γίνει με δανεισμό συναλλαγματικών διαθεσίμων από την ίδια την Ευρωζώνη ή τρίτες χώρες ή ακόμη και εσωτερικό δανεισμό των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας των κατόχων τους, καθώς η αποπληρωμή των δανείων αυτών θα δημιουργήσει την ίδια ανάγκη για σκληρή δημοσιονομική λιτότητα και τεράστια συγκράτηση δαπανών, ενώ το δημόσιο και το χρέος της Τράπεζας της Ελλάδας στην ΕΚΤ θα διογκωθεί σε όρους εγχώριου νομίσματος, καθιστώντας αδύνατη την πραγματική ανάκαμψη στο προβλεπτό μέλλον.
Η υιοθέτηση παράλληλου με το ευρώ εγχώριου νομίσματος ως μηχανισμού δημιουργίας εισοδήματος ή και ρευστότητας στο εσωτερικό της χώρας για ένα σχετικό βραχύ ή μεσοπρόθεσμό διάστημα και η απόσυρσή του μελλοντικά και αντικατάσταση με ευρώ είναι εξίσου αναποτελεσματική. Πέραν της λειτουργίας του νόμου του Gresham, ότι το κακό νόμισμα (εγχώριο) διώχνει το καλό (ευρώ) από τις συναλλαγές, διότι το τελευταίο αποθησαυρίζεται, το εγχώριο νόμισμα έχει την αξία που του δίνει η φερεγγυότητα του εκδότη, του ελληνικού κράτους και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να αποτιμηθεί στην αγορά ως ισότιμο του ευρώ, αλλά θα υποτιμηθεί άμεσα και δραστικά και βέβαια δεν θα επιτελέσει τον σκοπό της έκδοσής του. Άλλωστε τα εισοδήματα για να είναι πραγματικά πρέπει να ανταποκρίνονται σε παραγόμενες αξίες και δεν δημιουργούνται με την αναγκαστική νομισματική κυκλοφορία, το μέγεθος της οποίας αντικατοπτρίζει τον παραγόμενο ή δυνάμενο να παραχθεί σε μια οικονομία πλούτο. Αντίθετα, λύση θα αποτελούσε η εντός της Ευρωζώνης αλλαγή των κανόνων του οικονομικού παιχνιδιού και η υιοθέτηση διαφορετικών πολιτικών, κάτι που πλέον έχει καταστεί αναγκαιότητα για όλους. Η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν θα διασφαλίσει την οικονομική ανάκαμψη και, υπό την προϋπόθεση μιας ουσιαστικής αναδιάρθρωσης του χρέους, την αύξηση των εισοδημάτων και την ανόρθωση του κοινωνικού κράτους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε αυτό το μικρό τόπο μπορείτε ευκολα να ξεχωρίσετε τους εθνικούς νταβατζήδες από τους εθνικούς μπεταντζήδες;;