Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Ευστρατιος Πίσσας

Ο εκδοτικός οίκος Historical Quest σε συνεργασία με τον συγγραφέα Γιώργο Πύργαρη, φέρνουν στο φως το βιβλίο ”ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ΠΙΣΣΑ-ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ 1821” με την ακράδαντη πίστη πως το συγκεκριμένο έργο, θα αποτελέσει πολύ σύντομα μία ξεχωριστή κολόνα στο οικοδόμημα της συλλογικής μας μνήμης, η οποία παρεμπιπτόντως με το συγκεκριμένο έργο διευρύνεται. Το κείμενο του Πίσσα, έπρεπε να αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια, απαραίτητο στοιχείο αυτής της μνήμης. Γιατί ο συγγραφέας του, διέγραψε μια καταπληκτική τροχιά κατά την περίοδο της ελληνικής επανάστασης. Από τις Κυδωνίες, το σημερινό Αϊβαλί -όπου μας παρουσιάζει την καταστροφή και την αποτέφρωσή τους στις αρχές Ιουνίου του 1821 από τους Τούρκους- έρχεται στην ηπειρωτική Ελλάδα να πολεμήσει, με πρώτο σταθμό την Πελοπόννησο. Από εκεί θα μεταβεί στις αρχές του 1822 στην Κρήτη όπου θα παραμείνει δύο ακριβώς χρόνια, μέχρι τα τέλη του 1823 και θα αναδείξει για πρώτη φορά τόσο άμεσα και μεστά τον κρητικό αγώνα του 1821. Από την Κρήτη επιστρέφει στην Πελοπόννησο όπου λαμβάνει μέρος στον εμφύλιο και μετά το τέλος του συμμετέχει ως αξιωματικός του τακτικού, σε μια ατυχή επιχείρηση για την κατάληψη της Τριπολιτσάς, την οποία κατέχουν την εποχή εκείνη οι δυνάμεις του Ιμπραήμ. Μετά την επιχείρηση αυτή, μεταβαίνει στην Αθήνα για περαιτέρω στρατολόγηση του τακτικού και συμμετέχει λίγο αργότερα, στην εκστρατεία της Καρύστου με τον Φαβιέρο. Τον Αύγουστο του 1826, θα λάβει μέρος στη μάχη του Χαϊδαρίου, στην υποχώρηση προς την Ελευσίνα και στην αποτυχημένη εκστρατεία του Φαβιέρου στη Θήβα. Τέλη του 1826 ο Πίσσας με τον Φαβιέρο και άλλους τακτικούς, θα διασπάσουν τον κλοιό του Κιουταχή και θα εισβάλλουν στην Ακρόπολη, για να μεταφέρουν πυρίτιδα και φάρμακα στους πολιορκημένους. Από εκεί θα βγουν τον Μάϊο του 1827, κατά τις συνθήκες παράδοσης της Ακρόπολης με τον Κιουταχή. Λίγο αργότερα, ο Πίσσας θα ακολουθήσει τον Φαβιέρο στην εκστρατεία της Χίου. Πρόκειται για μια θαυμάσια τοιχογραφία της ελληνικής επανάστασης. Ο μικρασιατικός ελληνισμός σε μια αδιαίρετη ενότητα με τον ελληνισμό της Στερεάς και της Πελοποννήσου, της Κρήτης, άλλων νήσων του Αιγαίου, των Επτανήσων, της Κύπρου και της Μακεδονίας ακόμη. Παρουσιάζεται για πρώτη φορά ίσως τόσο ζωντανά, η τεράστια συνεισφορά των μικρασιατών στην ελληνική επανάσταση, καθώς και ο άγνωστος μέχρι σήμερα, αλλά πάνδημος και αιματηρός κρητικός αγώνας, παράλληλος και το ίδιο δυναμικός με τον αγώνα της Στερεάς και της Πελοποννήσου, αλλά δυστυχώς μοναχικός. Ο Πίσσας παρέχει επίσης, πολλές παράπλευρες αλλά σημαντικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη περίοδο, παρουσιάζοντας συνάμα και την κατάσταση του τακτικού στρατού της εποχής, τις ιδιαιτερότητες, τις μάχες και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, μέσα στο άναρχο και ρευστό περιβάλλον της επανάστασης του 1821. Το κείμενο του Πίσσα συμπληρώνεται με ένα μικρό απόσπασμα του Ζαχαρία Πρακτικίδη -πληρεξούσιου Κρήτης εκείνα τα χρόνια – που μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για τον πρώτο χρόνο της ελληνικής επανάστασης στην Κρήτη λίγο πριν φτάσει ο Πίσσας εκεί, καθώς και με δύο πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα των απομνημονευμάτων του Γεωργίου Σκουλά, που αφορούν την επίθεση των Τούρκων στα Ανώγεια και τη φρικτή μάχη του Κρουσώνα. Τέλος, η διήγηση Πίσσα υποστηρίζεται και από έγγραφα άλλων φακέλων των Γενικών αρχείων του Κράτους, τα οποία παρατίθενται στο τρίτο μέρος του εν λόγω βιβλίου. Τα απομνημονεύματα Πίσσα έρχονται να αποδείξουν, πως η ελληνική επανάσταση του 1821, παραμένει σε πολλά σημεία της ανεξερεύνητη. Υπάρχουν ολόκληρες περιοχές αυτού του επικού ξεσηκωμού, που ο ιστορικός προβολέας δεν έχει φωτίσει ακόμη. Δυστυχώς, ολόκληρο τον 20ο αιώνα, πολλά ιστορικά κείμενα επισκιάστηκαν από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Δίκαια βέβαια γιατί όντως έχουμε να κάνουμε με ένα καταπληκτικό κείμενο, αλλά με την τεράστια αξία του κειμένου του ο Μακρυγιάννης, περιόρισε τον ορίζοντα αναδεικνύοντας μονάχα την επανάσταση στη Στερεά και την Πελοπόννησο. Ο Μακρυγιάννης ως σύγχρονος Θουκυδίδης, θα διαβάζεται ίσως και μετά από χίλια χρόνια, αυτό όμως δεν απαγορεύει και σε άλλους σημαντικούς απομνημονευματογράφους να δώσουν τη δική τους οπτική και να λάβουν τη θέση τους στη συλλογική μας μνήμη. Ο Πίσσας έρχεται με διαφορά 150 χρόνων από τη στιγμή που έγραψε τα απομνημονεύματά του, να διεκδικήσει επάξια τη δική του θέση. Πιστεύουμε πως είναι κατάλληλος ο καιρός και οι συνθήκες, ώστε το ελληνικό κοινό να υποδεχθεί τη φωνή του και να τον τοποθετήσει επιτέλους, εκεί που πραγματικά του αρμόζει … Historical Quest-Γιώργος Πύργαρης

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Θεοδώρητος, επίσκοπος Βρεσθένης

Ο Θεοδώρητος, κατά κόσμον Θωμάς, επιφανής ιεράρχης της Πελοποννήσου που συμμετείχε στην Επανάσταση, γεννήθηκε στη Νεμνίτσα (Μεθύδριο) Αρκαδίας το 1787. Έλαβε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Πελοπόννησο και το 1813 χειροτονήθηκε επίσκοπος Βρεσθένης, διαδεχόμενος τον θείο του στον επισκοπικό θρόνο. Στις 20 Ιουλίου 1820 μυήθηκε από τον Παναγιώτη Αρβάλη στη Φιλική Εταιρεία. Κατά τους πρώτους μήνες της Ελληνικής Επανάστασης ανέπτυξε στρατιωτική δράση ως επικεφαλής ενόπλων και μετείχε ενεργά στις πολιτικές διεργασίες του Αγώνα. Τον Μάιο του 1821 συμμετείχε στη Συνέλευση των Καλτεζών, η οποία τον εξέλεξε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και διετέλεσε πρόεδρός της μέχρι τον Μάρτιο του 1823, οπότε καταργήθηκαν οι τοπικοί οργανισμοί από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Με την ιδιότητά του ως μέλους της Πελοποννησιακής Γερουσίας συμμετείχε το καλοκαίρι του 1822 στην επιτροπή που ανέλαβε διαπραγματεύσεις για την παράδοση του Ναυπλίου, με αποτέλεσμα να αιχμαλωτισθεί από τους Οθωμανούς και να παραμείνει φυλακισμένος στο Παλαμήδι έως την οριστική κατάληψη της πόλης από τις επαναστατικές δυνάμεις (Νοέμβριος 1822). Έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος Μυστρά στη Β΄ Εθνοσυνέλευση (1823) και εξελέγη αντιπρόεδρός της. Στη συνέχεια εξελέγη παραστάτης Μυστρά στο Β΄ Βουλευτικό, τα μέλη του οποίου τον ανέδειξαν στη θέση του αντιπροέδρου. Ωστόσο, για ολιγόμηνο διάστημα (Ιούλιος-Νοέμβριος 1823) απουσίαζε από τις εργασίες του Σώματος και τα προεδρικά καθήκοντα ασκούσε «επιτροπικώς» ο Πανούτσος Νοταράς. Στη συνέχεια εξελέγη παραστάτης Μυστρά στο Γ΄ Βουλευτικό και αναδείχθηκε εκ νέου στη θέση του αντιπροέδρου, ενώ διορίστηκε σε επιτροπές για τη διευθέτηση εκκλησιαστικών ζητημάτων, καθώς και μέλος επιτροπών που ανέλαβαν την επικοινωνία με το Εκτελεστικό Σώμα. Τον Μάρτιο του 1827 συμμετείχε στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ενώ προηγουμένως είχε λάβει μέρος στη Συνέλευση της Ερμιόνης. Μετά τη λήξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης διετέλεσε μέλος της Βουλής έως και την αυτοδιάλυσή της στον Ιανουάριο του 1828. Μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια επέστρεψε στα ιερατικά του καθήκοντα, στην επισκοπή Βρεσθένης, ενώ από το 1831 ανέλαβε και τοποτηρητής της επισκοπής Μαντινείας. Απεβίωσε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

Δημητρης (Μητρος) Σαρκουδίνος

Ο Μήτρος Σαρκουδίνος ήταν αγωνιστής του 1821, σ΄ αυτόν οφείλεται η κατάληψη της Ακρόπολης στη δεύτερη πολιορκία της. Ο Μήτρος Σαρκουδίνος έδρασε κυρίως στις επιχειρήσεις της Ανατολικής Στερεάς. Κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακρόπολης που ξεκίνησε στις 4 Νοεμβρίου του 1821 και παρατεινόμενη αυτή πέρα του οκταμήνου, κατάφερε τελικά στις 10 Ιουνίου του 1822 με απαράμιλλο θάρρος ν΄ ανέβει το τείχος και πηδώντας κρυφά εντός του χώρου, χωρίς να γίνει αντιληπτός, ν΄ ανοίξει την Πύλη των Μεσογείων στους Έλληνες πολιορκητές. Η ενέργειά του αυτή συνέβαλε αποφασιστικά στη κατάληψη της πόλης. Η δράση του συνεχίστηκε λαμβάνοντας μέρος σε πολλές μάχες μέχρι το 1826 όπου και φέρεται να φονεύθηκε σε κάποια εξ αυτών.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Μάρκος Μπότσαρης

Ο Μάρκος Μπότσαρης (Σούλι Θεσπρωτίας, 1790 - Καρπενήσι Ευρυτανίας, 9 Αυγούστου 1823) ήταν Έλληνας οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και καπετάνιος των Σουλιωτών. Για τις συνολικές του υπηρεσίες και τη μεγάλη συνεισφορά του στον αγώνα, μετά θάνατον έλαβε τιμητικά τον στρατιωτικό βαθμό του Στρατηγού. Πίνακας περιεχομένων Πρώτα χρόνια Ήταν ο πέμπτος γιος του Κίτσου Μπότσαρη και της Χριστίνας Παπαζώτου-Γιώτη. Ο πατέρας του, όπως και ο παππούς του Γιώργης Μπότσαρης, υπήρξαν από τις επιφανέστερες μορφές της περιοχής του Σουλίου στην Ήπειρο. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί και με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο σώμα των Ηπειρωτών και Σουλιωτών που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Μετά την ήττα των Γάλλων εναντίον των Άγγλων (1811) επέστρεψε στην Ήπειρο όπου έχασε τον πατέρα του το 1813.[3] Το 1815 ο Αλή Πασάς τον διόρισε αρματολό στο Κακόλακκο Πωγωνίου, στον παλιό πύργο του Κουρτ Πασά. Έμεινε στο Κακόλακο έως το 1820 τότε δηλαδή που ο Αλή πολιορκήθηκε από τον Ισμαήλ Πασόμπεη.[3] Δράση του Μάρκου Μπότσαρη Ο Μάρκος Μπότσαρης Έργο του Τζοβάνι Μπότζι Η σημαία του Μάρκου Μπότσαρη. Δράση στην Ήπειρο (1820-1821) O Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον θείο του, τον Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του τυράννου της Ηπείρου, του Αλή Πασά, επειδή είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους.[4] Βλέποντας ότι οι Οθωμανοί αθετούσαν την υπόσχεση τους, όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη Οκτωβρίου του 1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα που έγινε. Ο Μπότσαρης, επικεφαλής 300-350 ανδρών, εμφανίστηκε επί του όρους Σατοβέτζας, απέναντι από το σουλτανικό στρατόπεδο και επιτέθηκε εναντίον των Τούρκων (5 Δεκεμβρίου 1820).[5] Κατόπιν κατέλαβε το φρούριο των Βαριάδων και οχυρώθηκε σε αυτό (7 Δεκεμβρίου 1820). Από εκεί, επικεφαλής 200 ιππέων, προσέβαλε μία σουλτανική εφοδιοπομπή στις Κόμψαδες (22 Δεκεμβρίου 1820).[6] Αμέσως μετά κατέλαβε τη θέση Πέντε Πηγάδια και συνέτριψε μία δύναμη 5.000 Αλβανών που εστάλη εναντίον του. Τους επόμενους μήνες άρχισε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους και τους Αλβανούς ώσπου τον Μάρτιο του 1821 να έρθει στην Ήπειρο ο Χριστόφορος Περραιβός και να ενημερώσει τους Σουλιώτες για την επικείμενη επανάσταση.[7] Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, νίκησε τους Τούρκους στη Βογόρτσα και στα Δερβίζιανα, όπου εξόντωσε ένα ισχυρό μισθοφορικό σώμα με ένα απίστευτο τέχνασμα.[8] Καταλήφθηκαν τα Λέλοβα, η Καντσά και το παραθαλάσσιο φρούριο της Ρηνιάσας.[9] Στις αρχές Μαΐου απειλήθηκε και η ίδια η Πρέβεζα.[10] Στη συνέχεια, επιτέθηκε με 600 πολεμιστές σε δύο χιλιάδες γενίτσαρους που στάθμευαν στους Δραμεσούς, κατέλαβε τα Κοσμηρά, δύο ώρες μακριά από τα Ιωάννινα και νίκησε τον Ισμαήλ Πασά στο μοναστήρι της Ραψίνας. [11]Ακολούθησαν οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι (3 Ιουλίου 1821), στους Βαριάδες (14 Ιουλίου 1821), όπου εκδίωξε τους Τούρκους από το φρούριο που μόλις είχαν καταλάβει, και στην Πλάκα (17 Ιουλίου 1821) όπου χάρη στην αποφασιστικότητα του και την ορμητική του επίθεση με 125 άντρες στοίχισε τους Τούρκους πάνω από διακόσιους νεκρούς.[12][13] Ένα μήνα αργότερα διέλυσε τις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις στις Κομψάδες και συμμετείχε στη πολιορκία της Άρτας η οποία άρχισε στις 12 Νοεμβρίου και τέλειωσε άδοξα στις 4 Δεκεμβρίου 1821.[14] Μάχη του Πέτα και υπεράσπιση του Μεσολογγίου (1822) Την άνοιξη του 1822 το Σούλι πολιορκήθηκε από τους Τούρκους και ο Μπότσαρης ζήτησε βοήθεια από τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας. Έλαβε μέρος στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου στην Ήπειρο η οποία απέτυχε ολοσχερώς στις μάχες της Πλάκας και του Πέτα (4 Ιουλίου 1822), κι έτσι τους επόμενους μήνες το Σούλι παραδόθηκε.[15] Βρέθηκε μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη του 1822, όπου παρέσυρε τους Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες (τις λεγόμενες "καπάκια") και έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις. Τα Χριστούγεννα υπερασπίστηκε με μόνο 35 άνδρες το τείχος της πόλης από τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη. Τότε με παρέμβαση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του έδωσαν τον τίτλο του στρατηγού της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα με το σπαθί του από τον πασά!". Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα.[16] Μάχη στο Κεφαλόβρυσο, ο θάνατός του και η κηδεία του (1823) Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τούρκικα στρατεύματα που επέδραμαν προς τη δυτική Ρούμελη. Στις αρχές Ιουλίου ο Μουσταής πασάς, επικεφαλής 15.000 επίλεκτων ανδρών, εκστράτευσε εναντίον της Επανάστασης και σύντομα κατέφθασε ο Ομέρ πασάς και ο Σούλτζη Κόρτσα με τα πολυάριθμα στρατεύματα τους.[17] Ο Μπότσαρης, τη νύχτα της 8-9 Αυγούστου,[18] μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλα και άλλους 450 Σουλιώτες, επιτέθηκε κατά της εμπροσθοφυλακής των εχθρών, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, στη μάχη που έμεινε γνωστή ως Μάχη του Κεφαλόβρυσου. Παρά τον αρχικά ελαφρύ τραυματισμό του, συνέχισε να πολεμάει και κατάφερε να νικήσει τους Τουρκαλβανούς. Όμως μια εχθρική σφαίρα έπληξε το μάτι του. Ιστορικοί αναφέρουν πως τότε ο Μπότσαρης είπε πριν ξεψυχήσει: «Αδέλφια, με βάρεσαν». Εκείνη τη στιγμή, οι Σουλιώτες, αν και νικούσαν, διέκοψαν τον αγώνα για να παραλάβουν τον νεκρό αρχηγό τους και τα λάφυρα. Οι Σουλιώτες σκότωσαν εκατοντάδες εχθρούς χωρίς όμως να καταφέρουν να σταματήσουν την τουρκική προέλαση. Μεταφέροντας το σώμα του Μπότσαρη προς το Μεσολόγγι όπου τελικά τον ενταφίασαν, σταμάτησαν για λίγο στον νάρθηκα της Μονής Προυσσού όπου ευρισκόταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κατάκοιτος. Αυτός τον ασπάστηκε λέγοντας "Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι' εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω".[19] Ο νεκρός μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι με θριαμβική πομπή που περιγράφει και ο Πουκεβίλ. Του θριάμβου προηγούνταν Τούρκοι αιχμάλωτοι, ακολουθούσαν οι αιχμαλωτισμένοι ίπποι των αξιωματικών με πολύτιμα επισάγματα και πενήντα τέσσερις σημαίες των εχθρών. Ο νεκρός Μάρκος ήταν καλυμμένος με γαλάζια χλαμύδα. Ακολουθούσαν τα λάφυρα που ήταν ζώα, όπλα, σκηνές, πολεμοφόδια και άλλα στρατιωτικά εφόδια και το ταμείο των εχθρών.[20] Η κηδεία ξεκίνησε το απομεσήμερο, από το οίκημα του Επάρχου Κωνσταντίνου Μεταξά, για να δειχθεί ότι τον κηδεύει το Έθνος[21]. Η επικήδεια τελετή έγινε στον ναό Αγίου Νικολάου των προμαχώνων. Για τον θάνατο του Μπότσαρη γράφηκαν πολλά έντεχνα ποιήματα και δημοτικά τραγούδια, ενώ φιλοτεχνήθηκαν και πίνακες ζωγραφικής. Μεταξύ των άλλων ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε ποίημα όπου παρομοιάζει την συρροή των Ελλήνων στην κηδεία του Μπότσαρη με την συρροή των Τρώων στην ταφή του Έκτορα.[22] Μετά την ηρωική Έξοδο και την κατάληψη του Μεσολογγίου από τους Οθωμανούς, οι Τουρκαλβανοί άνοιξαν τον τάφο του Μπότσαρη αναζητώντας τα πολύτιμα όπλα του.[23]
Καλλιτεχνικές απεικονίσεις του θάνατου του Μπότσαρη Εικόνα 1 Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη Πίνακας από τον Ludovico Lipparini, που βρίσκεται στο μουσείο της Τεργέστης στην Ιταλία. Εικόνα 2 Ο Μπότσαρης αποθνήσκει στο Καρπενήσι. Εγχρωμη λιθογραφία. Πέτερ φον Ες.. Εικόνα 3 Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη, Μελανογραφία του Αθανασίου Ιατρίδη (. 4542). Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Εθνικός ήρωας
Ο τάφος του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι, φιλοτεχνημένος από τον Γάλλο γλύπτη David d'Angers. Το επίγραμμα γράφηκε από τον καθηγητή πανεπιστημίου Δ. Σεμιτέλο. Άγαλμα του Μάρκου Μπότσαρη (έργο της Νίνας Εμπειρίκου - 1937) στο Πεδίον το Άρεως. Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται μεγάλος εθνικός ήρωας. Πολλοί Φιλέλληνες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα, θαύμασαν την ανδρεία του Μπότσαρη, ενώ πολλοί ποιητές έγραψαν ποιήματα γι' αυτόν. Ο Φιτς-Γκριν Χάλλικ, Αμερικάνος ποιητής, έγραψε ένα ποίημα με τίτλο MARCO BOZZARIS[24], ενώ ο Ελβετός ποιητής Τζαστ Ολίβιερ έγραψε επίσης ένα ποίημα-έπαινο προς τιμήν του, το 1825.[25] Επίσης ο εθνικός ποιητής της Ελλάδας, ο Διονύσιος Σολωμός, αφιέρωσε μία από τις ωδές του στο Μάρκο Μπότσαρη. Ο Ζακύνθιος μουσουργός Παύλος Καρρέρ συνέθεσε το 1858 την όπερα Μάρκος Βότζαρης [Marco Bozzari], σε λιμπρέτο του Ιταλού ποιητή Giovanni Caccialupi, η οποία παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία σε όλα τα γνωστά ελληνικά θέατρα του 19ου αιώνα, από λυρικά σχήματα όπως ο Ελληνικός Μελοδραματικός Θίασος.[26] Από την όπερα αυτή ιδιαίτερα δημοφιλής έχει καταστεί η άρια του Μάρκου "Εγέρασα, μωρές παιδιά", ευρύτερα γνωστή και ως "Γερο-Δήμος".[27] Ένας σταθμός του μετρό του Παρισιού (σταθμός Botzaris) έχει ονομαστεί προς τιμήν του. Αναφέρεται ότι ήδη το 1825 υπήρχε λαϊκό-σχολικό δράμα για τον Μάρκο Μπότσαρη γραμμένο από την Ευανθία Καΐρη, το οποίο διαρκούσης της Επανάστασης διδασκόταν σε όποια σχολεία το επέτρεπαν οι συνθήκες (αναφέρεται η Τήνος) για να τονώνεται το αίσθημα υπέρ της ελευθερίας.[28] Απόγονοι Ο Μάρκος Μπότσαρης είχε παντρευτεί τη Χρυσούλα Καλόγερου και έκανε μαζί της πέντε παιδιά από τα οποία μόνο τα δύο επιβίωσαν όσο ο Μπότσαρης ήταν εν ζωή.[εκκρεμεί παραπομπή] Ο γιος του, Δημήτριος Μπότσαρης, ο οποίος γεννήθηκε το 1814, έγινε στρατιωτικός και διατέλεσε Υπουργός Στρατιωτικών το 1859 και 1866-1877, ενώ οργάνωσε το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Πέθανε στις 17 Αυγούστου 1871 στην Αθήνα. Η κόρη του Μπότσαρη, Κατερίνα "Ρόζα" Μπότσαρη, γεννημένη στο Σούλι το 1818, ήταν στην υπηρεσία της Βασίλισσας της Ελλάδος Αμαλίας. Το ελληνο-αρβανίτικο λεξικό Σε ηλικία 19 ετών, ενώ ζούσε στην Κέρκυρα, ο Μάρκος Μπότσαρης κατά παραγγελία του Πουκεβίλ και με τη βοήθεια μεγαλυτέρων του συνέγραψε ένα ελληνο-αρβανίτικο γλωσσάριο.[29] Αποτελεί μάλιστα το πρώτο ελληνο-αρβανίτικο λεξικό.[30] Η ονομασία του έργου αυτού όπου και ο ίδιος ο Μπότσαρης το επιγράφει έτσι είναι "Λεξικόν της Ρωμαϊκής και Αρβανητηκής Απλής". Το χειρόγραφο αφιερώθηκε από τον Πουκεβίλ στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων και φέρει την ιδιόγραφη σημείωση "Ce lexique est écrit de la main de Marc Botzaris à Corfou en 1809 devant moi. Pouqueville".[31] Το ίδιο χειρόγραφο περιλαμβάνει και ένα είδος ελληνο-αλβανικής μεθόδου άνευ διδασκάλου και ελληνο-αλβανικούς διαλόγους. Είναι γραμμένο με ελληνικά γράμματα μερικά των οποίων είναι ιδιόμορφα και φαίνεται τα είχε επινοήσει ο ίδιος ο Μπότσαρης. Ο ίδιος γνώριζε λίγα γράμματα που πιθανώς είχε διδαχθεί από τον καλόγηρο Σαμουήλ ή, κατά μία πληροφορία, στη Μονή του Προφήτου Ηλιού. Ο Μάρκος Μπότσαρης. Αναμνηστικό μετάλλιο φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Κόνραντ Λάγγε το 1836. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Σύμφωνα με σημείωση του Πουκεβίλ, ο Μ. Μπότσαρης έγραψε το λεξικό καθ' υπαγόρευση του πατέρα του Κίτσου, του θείου του Νότη και του πεθερού του Χρηστάκη Καλογήρου. Ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Τίτος Γιοχάλας που μελέτησε το χειρόγραφο πιστεύει ότι ο Μ. Μπότσαρης έγραφε τα ελληνικά λήμματα και οι μεγαλύτεροι έδιναν την αλβανική μετάφραση. Είχε παλαιότερα υποστηριχτεί από κάποιους ότι το λεξικό γράφηκε για να εξυπηρετήσει την επικοινωνία μεταξύ των Σουλιωτών και των άλλων Ελλήνων, όμως κατά τον Τ. Γιοχάλα αυτό δεν θεωρείται πιθανό διότι αφ' ενός οι Σουλιώτες γνώριζαν την ελληνική αφ' ετέρου το περιεχόμενο του λεξικού δεν είναι χρηστικό για την καθημερινή ζωή[32]. Επίσης οι λέξεις δεν είναι με αλφαβητική σειρά ώστε το λεξικό να είναι χρηστικό. Θεωρείται πιθανότερο ότι το λεξικό γράφηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του Πουκεβίλ ο οποίος είχε ενδιαφέρον για την Αλβανική γλώσσα και τελικώς παρήγαγε ένα Αλβανο-γαλλικό γλωσσάριο μεταφράζοντας τα Ελληνικά λήμματα του Μπότσαρη και μεταγράφοντας τα Αλβανικά με λατινικούς χαρακτήρες. Αυτό το δημοσίευσε στο έργο του Voyage dans la Grèce, τομ. 2, σελ. 617-623 το 1820. Θεωρείται άξιο προσοχής το ότι συχνά ο Μπότσαρης και οι συνεργάτες του αποδίδουν τις ελληνικές φράσεις στην αλβανική σκεπτόμενοι αποκλειστικά "ελληνικά", μεταφέροντας δηλαδή την ελληνική σύνταξη στην αλβανική. Το ίδιο συμβαίνει και με σύνθετες ελληνικές λέξεις ενώ παρατηρείται και λανθασμένη μεταφορά των γενών ουσιαστικών και επιθέτων από την ελληνική στην αλβανική. Επίσης δύο ελληνικές λέξεις δεν μεταφράστηκαν στην αλβανική είτε από άγνοια είτε εκ παραδρομής, ενώ υπάρχουν και άλλα είδη λαθών στην αλβανική. Η παρουσία αυτών των φαινομένων ερμηνεύεται κατά τον Γιοχάλα με δύο τρόπους[33]: Η μητρική γλώσσα του Μπότσαρη και των συνεργατών του ήταν η ελληνική. Αν ομιλείτο στο Σούλι η αλβανική, τότε είναι πιθανό η επίδραση της ελληνικής να ήταν πολύ μεγάλη στην αλβανική. Το αλβανικό ιδίωμα του λεξικού ανήκει στην τοσκική διάλεκτο της νότιας αλβανικής γλωσσικής ομάδας και περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό δανείων από την ελληνική.[34] Παραπομπές ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 11. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 17. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 11. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 12. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 12. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 12. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 12. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 12. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 12. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 12. Γούδας Aν., Bίοι Παράλληλοι, Ήρωες της ξηράς, Εν Aθήναις 1876, Τ. 8, σ. 62 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ', σ. 160, 162. Χρ.Περραιβός "Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας", Αθήνα 1857, σελ. 302 ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 13. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 14-16. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 16. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 16. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 138, Φεβρουάριος 2008, σελ. 16. Ι. Βλαχογιάννη, Τα ανέκδοτα του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη, Αθήναι 1922, σελ. 8 Γούδας Aν., Bίοι Παράλληλοι, Ήρωες της ξηράς, Εν Aθήναις 1876, Τ. 8, σ. 71 Ηλίας Παπαθανασόπουλος, «Ο θάνατος και η κηδεία του Μάρκου Μπότσαρη», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.69 (Μάρτιος 1974), σελ.107 Κ.Σ. Κώνστα, Του Μάρκου Μπότσαρη, Στερεοελλαδική Εστία, 1962, τ. 16, σελ. 117-130. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21, τομ. 1, σ. 282. Αναφέρεται στο Βαρβαρήγος Ποθητός (2012) Θρησκεία και θρησκευτική ζωή κατά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Μεταπτυχιακή διατριβή, σελ. 73. http://www.poetry-archive.com/h/marco_bozzaris.html - στα Αγγλικά «Olivier, Juste Daniel». 1911 Encyclopædia Britannica Volume 20. Ξεπαπαδάκου, Αύρα (2003). «Ο Μάρκος Βότζαρης του Παύλου Καρρέρ. Μία εθνική όπερα». Μουσικός Λόγος 5, 27-63. Ξεπαπαδάκου, Αύρα (2013). Παύλος Καρρέρ. Αθήνα: Fagottobooks. σελ. 91-92. ISBN 9789606685521. Ευαγγελίδης Τρύφων, Η παιδεία επί τουρκοκρατίας, Αθήνα, 1936, τόμ. Β', σελ. 79 Γιοχάλας 1980, σελ. 39-42 Γιοχάλας 1980, σελ. 29 « Αυτό το λεξικό γράφτηκε από το χέρι του Μαρκ Μποτσαρί (Μάρκου Μπότσαρη) στο Κόρφου (Κέρκυρα), το 1809, παρουσία μου. Πουκεβίλ. » Γιοχάλας 1980, σελ. 40-41 Γιοχάλας 1980, σελ. 53 Γιοχάλας Π. Τίτος, Το ελληνο-αλβανικόν λεξικόν του Μάρκου Μπότσαρη (φιλολογική έκδοσις εκ του αυτογράφου), Ακαδημία Αθηνών, 1980. Βιβλιογραφία Ηλίας Παπαθανασόπουλος, «Ο θάνατος και η κηδεία του Μάρκου Μπότσαρη», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.69 (Μάρτιος 1974), σελ.104-111 Εγκυκλοπαίδεια Υδρία-Cambridge-Ήλιος Γιοχάλας, Τίτος Π. (1980). Το ελληνο-αλβανικόν λεξικόν του Μάρκου Μπότσαρη (φιλολογική έκδοσις εκ του αυτογράφου). Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

Αμβροσιος Φραντζής

Ο Αμβρόσιος Φραντζής (κατά κόσμον Ανδρόνικος Φρατζής, Μεσορρούγι Αχαΐας, 1778 - Αθήνα, 1851) ήταν Έλληνας κληρικός, ιστορικός, πολιτικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Βιογραφικά στοιχεία Γεννήθηκε στο Μεσορρούγι της πρώην επαρχίας Καλαβρύτων το 1778. Έγινε μοναχός σε μικρή ηλικία στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου όπου έμαθε και γράμματα στη σχολή που λειτουργούσε εκεί. Στις 20 Φεβρουαρίου 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον ξάδελφό του Γερμανό Ζαφειρόπουλο, επίσκοπο της Ιεράς Μητρόπολης Χριστιανουπόλεως[1] και ανέπτυξε μεγάλη δράση στην Πελοπόννησο. Μύησε στην Φιλική Εταιρεία όλους τους μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου, ενώ πήρε μέρος σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις. Χρημάτισε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και το 1827 ήταν πληρεξούσιος Αρκαδίας στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Τον Ιανουάριο του 1821 μαζί με τον επίσκοπο Γερμανό μετέβησαν από την Κυπαρισσία στην Βοστίτσα (το σημερινό Αίγιο) και πήραν μέρος στην εκεί εθνοσυνέλευση. Μαζί με τον Γερμανό θεωρούνται από τους πρωτεργάτες της επανάστασης στην Αρκαδία. Το 1833, με υποκίνηση τού Άγγλου Εδουάρδου Μάνσον, συνελήφθη μαζί με τον Κολοκοτρώνη ως ρωσόφιλος και φυλακίστηκε στο Ναύπλιο[2]. Αργότερα μετά την απελευθέρωσή του, επί βασιλείας Όθωνα, έχοντας ζήσει τα γεγονότα όλου του Αγώνα έγραψε το τετράτομο έργο Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, καθιστάμενος έτσι ο πρώτος ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Όμως είναι πιο πολύ απομνημονεύματα παρά ιστορία, ενώ κυρίαρχος είναι ένας τοπικισμός του.[3] Η δημοσίευση όμως αυτού του έργου του σήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από μέρους των περισσοτέρων από τους σύγχρονούς του, εκτός των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Τζαλαφατινού αλλά και του Σακελλαριάδη που το έκριναν ως ιδιαίτερα αντικειμενικό και αμερόληπτο. Ο Αμβρόσιος Φραντζής πέθανε στην Αθήνα το 1851. Μετά από 85 χρόνια από το θάνατό του, το 1936, επί Ιωάννη Μεταξά στήθηκε μνημείο με την προτομή του στη Κάτω Κυπαρισσία. Τη βιογραφία του Α. Φραντζή έγραψε ο Κ. Καλαντζής υπό τον τίτλο "Ο Ιστορικός Αμβρόσιος Φραντζής – Ο Κληρικός, ο Πολεμιστής και ο Διπλωμάτης 1771-1851", Αθήνα. χ.χ. Παραπομπές Μονή Το Γενέσιον της Θεοτόκου [1] apodimos.com Η Δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη Κωνσταντίνος Δημαράς, «Aμβρόσιος Φραντζής» στο: Κ.Θ.Δημαράς, Σύμμικτα. Α΄. Από την παιδεία στην λογοτεχνία, (επιμ. Αλέξης Πολίτης), Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2000, σελ. 146.

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Ιωαννης Δυοβουνιώτης

Ο Γιάννης Ξύκης ή "Δυοβουνιώτης" (1757 - 1831) ήταν Έλληνας οπλαρχηγός της Στερεάς, γεννημένος στο χωριό Δύο Βουνά της Φθιώτιδας, γιος της Τριανταφυλλιάς και του Κώστα Ξύκη. Σε ηλικία 13 ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του. Έφηβος ακόμη πήγε στο αρματολίκι του Αντρίκου Βερούση και έγινε πρωτοπαλίκαρο. Πολέμησε το 1770 τους Τουρκαλβανούς κατά την επανάσταση των Ορλόφ.[εκκρεμεί παραπομπή] Έγινε γρήγορα ονομαστός για τη δράση και τις ικανότητές του, πραγματικό φόβητρο για τους Τούρκους, οι οποίοι του ανέθεσαν το αρματολίκι της Μπουστουνίτσας (Μενδενίτσας). Αργότερα ο Αλή πασάς αναγκάστηκε να του δώσει το αρματολίκι του Ζητουνίου και των Σαλώνων. Παντρεύτηκε την κόρη της ισχυρής οικογένειας των Γιολδάσηδων, αποκτώντας ένα γιο, τον Γεώργιο. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της Επανάστασης ύψωσε τη σημαία στη Μενδενίτσα την 8η Απριλίου 1821 μαζί με τους Αθανάσιο Διάκο και Παν. πανουργιά, και με τη βοήθεια του Κομνά Τράκα κυρίεψε το κάστρο της. Αγωνίστηκε ασταμάτητα, παίρνοντας μέρος σε όλες τις μάχες, μέσα και έξω από τα όρια της Ρούμελης, χωρίς ποτέ να αναμιχθεί στις πολιτικές ίντριγκες. Σημαντικότερη στιγμή του υπήρξε το ευφυές σχέδιό του για την αναχαίτιση της στρατιάς του Μπεϊράν πασά στη θέση Βασιλικά, στις 26 Αυγούστου 1821. Ο Δυοβουνιώτης, με τους άλλους οπλαρχηγούς της Στερεάς περίμενε τη στρατιά στα στενά των Βασιλικών και κυριολεκτικά την αποδεκάτισε. Η νίκη στα Βασιλικά ανέτρεψε τα σχέδια των Τούρκων για ενίσχυση της πολιορκημένης Τριπολιτσάς και την κατάπνιξη της Επανάστασης. Του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του στρατηγού.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Λαγουμιτζής Κωστας.

Αν ρωτήσει κάποιος τους κατοικούντες περί την οδό Λαγουμιτζή, η οποία διασταυρώνεται με τη λεωφόρο Συγγρού στο ύψος του Παντείου Πανεπιστημίου, ποιος ήταν αυτός που δόθηκε το όνομά του στην οδό τούτη, πολύ φοβούμαι ότι απάντηση δεν θα λάβει. Και όμως, πρόκειται για τον πιο άξιο και γενναίο, όπως τον χαρακτηρίζουν, κατασκευαστή λαγουμιών στη διάρκεια του Αγώνα του 1821. Οι πληροφορίες και γι’ αυτόν είναι λίγες. Λέγεται ότι γεννήθηκε το 1781 και το επίθετό του ήταν Νταλερόπουλος. Καταγόταν από το Χόρμοβο της Β. Ηπείρου, από όπου και το προσωνύμιο Χορμοβίτης. Επικράτησε, όμως, το «Λαγουμιτζής», επειδή ήταν περίφημος και μοναδικός στην τέχνη του, τέχνη πολύτιμη για την εποχή εκείνη, τόσο για τους πολιορκητές όσο και για τους πολιορκημένους, διότι προσέφερε τη δυνατότητα υπογείως να πλησιάζουν στις θέσεις των εχθρών, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί, και να προκαλούν καταστροφές. Το Χόρμοβο υπήρξε κατά τον 18ο αιώνα ανεπτυγμένη πόλη της Β. Ηπείρου στην επαρχία Τεπελενίου, που κατέστρεψε έπειτα από μακροχρόνια αντίσταση των Αλβανών Χριστιανών κατοίκων της ο Αλή Πασάς. Όσοι σώθηκαν πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων στο ’21. Ένας από αυτούς ήταν και ο Νταλερόπουλος. Παρουσιάζεται στο προσκήνιο της ιστορίας κατά τη Β΄ Πολιορκία του Μεσολογγίου και σώζεται κατά την Έξοδο του 1826. Πολεμησε και στο Μεσσολόγγι και έκανε υπονομους φθανοντας μεχρι τις εχθρικές εγκαταστάσειςκαι προκαλωντας με τις ανατινάξεις ζημιές στον Τουργο. Πηρε μερος επίσης και σε όλες τις πολιορκητικές επιχειρήσεις του Αγώνα οπως πχ.της Χιου με τον Φαβιέρο (1827) Από εκεί εμφανίζεται στην πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών με τον Μακρυγιάννη, που γράφει στα «Απομνημονεύματά» του: «Από-κάτου το κάστρο εις τα σπίτια ήταν µία εκκλησία και της έδεσε λαγούµι ο αθάνατος περίφηµος Κώστας Λαγουµιτζής, γενναίος και τίµιος πατριώτης – και µε την τέχνη του και µε το ντουφέκι του ως λιοντάρι πολέµαγε διά την πατρίδα. Ήµαστε µαζί κι' αγωνιζόµαστε ως αδελφοί νύχτα και ηµέρα, και δουλεύαµεν µε τους ανθρώπους, τους αγαθούς Αθηναίους, και φκειάναµε τα λαγούµια, και ήµαστε όλοι πάντα αγαπηµένοι κ’ ενωµένοι. Εις το Μισολόγγι και παντού αυτός ο γενναίος άντρας θάµατα έχει κάµη. Πατρίδα, του χρωστάς πολύ αυτεινού του αγωνιστή». Αν η ιστορία δεν είναι ομιλητική για τον Λαγουμιτζή, σώθηκε το νεκρικό προσωπείο του, που θησαυρίζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο με άλλα είκοσι δύο, αποτελώντας σπάνια και πολύτιμη συλλογή του είδους. Περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, τα νεκρικά προσωπεία του Κολοκοτρώνη, του Μακρυγιάννη, του Π. Μαυρομιχάλη κ.ά. Η μορφή του διασώζεται, λεπτή, βασανισμένη, στωική και ευγενική. Πέθανε στην Αθήνα, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη του εκμαγείου, πριν από το 1850, που γράφει ο Μακρυγιάννης και τον αναφέρει «αθάνατο». Ασχολήθηκε με αυτά η Ευθυμία Παπασπύρου. Πηγή Κιβωτοε της Ορθοδοξίας και Οδωνυμικά Δημου Αθηναιων εκδοση1997.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

Νικολαος Κασομούλης

Μακεδόνας αγωνιστής του '21 και ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης.
Ο Νικόλαος Κασομούλης γεννήθηκε στη Σιάτιστα της Κοζάνης το 1795. Ήταν γιος του εμπόρου και προεστού της περιοχής Κώστα Κασομούλη, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Νάουσας από τους Τούρκους τον Απρίλιο του 1822. Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στις Σέρρες για να επεκτείνει την οικογενειακή επιχείρηση. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του Γεώργιο, Δημήτριο και Ιωάννη. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, ο Νικόλαος Κασομούλης συμμετείχε στις επιχειρήσεις στον Όλυμπο και τη Χαλκιδική. Μετά την αποτυχία της Επανάστασης στη Μακεδονία, κατέβηκε και πολέμησε στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο. Το 1826 βρέθηκε κλεισμένος στο Μεσολόγγι κατά τη μεγάλη πολιορκία. Έλαβε μέρος στην έξοδο και σώθηκε, όχι όμως και ο αδελφός του Δημήτριος. Στη συνέχεια, πολέμησε κοντά στον Καραϊσκάκη στην Αττική. Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα, τόσο επί Καποδίστρια, όσο και επί Όθωνα. Συμμετείχε στην καταστολή των εξεγέρσεων του 1836 στην Αιτωλοακαρνανία, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκε ο αδερφός του Γεώργιος, που υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός. Για τις υπηρεσίες του αυτές εντάχθηκε στη Βασιλική Φάλαγγα (στρατιωτικό σώμα που ίδρυσε ο Όθωνας από αγωνιστές του '21) και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Ο Κασομούλης, εκτός από τους αγώνες του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του '21, κατέλειπε και ιστορικό έργο. Τα χειρόγραφα απομνημονεύματά του με τον τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833», εκδόθηκαν το 1939 σε τρεις τόμους από τον ιστοριοδίφη και συγγραφέα Γιάννη Βλαχογιάννη (1867-1945). Το έργο αυτό είναι πολύτιμο, γιατί εκτός από τις διάφορες ιστορικές πληροφορίες που μας δίνει, μας περιγράφει πιστά και τα της πολιορκίας και της Εξόδου του Μεσολογγίου, καθώς και τους αγώνες και τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Στο Ημερολόγιό του αναφέρεται διεξοδικά στην καταστολή των εξεγέρσεων του 1836. Σε μεγάλη ηλικία, ο Νικόλαος Κασομούλης εγκαταστάθηκε στη Στυλίδα, όπου πέθανε στις 20 Αυγούστου του 1872. Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/683