Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Η εθνική αμυντική πολιτική και η Άγκυρα...

Χρήστου Δημήτρης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΣΤΙΣ 16.11.2014 ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΗΣΤΟΥ Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η Άγκυρα διαχρονικά και την κυβέρνηση Ανδρέα δοκίμασε με το "Χόρα" και την κυβέρνηση Σημίτη με τα Ίμια Να θέσουμε ένα μείζον και, κυρίως, εξαιρετικά επίκαιρο ερώτημα: Πώς καθορίζεται η αποτρεπτική ισχύς κάθε χώρας; Ποιοι παράγοντες καθορίζουν την ελληνική ισχύ σήμερα που η χώρα μας δοκιμάζεται από την Τουρκία, τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στον Κυπριακό; Υπάρχει κάπου στον κόσμο χώρα που να είναι ισχυρή μόνο στον στρατιωτικό τομέα; Τη σύγχρονη έννοια της άμυνας και των παραμέτρων της περιέγραψε με εξαιρετικό τρόπο ο αντιστράτηγος ε.α. Διονύσιος Θεοδωρίτσης στην ομιλία του στην ημερίδα για την Εθνική Άμυνα που διοργάνωσε την περασμένη Δευτέρα η κίνηση ΠΡΑΤΤΩ. ΟΠΩΣ ανέφερε, "η αμυντική πολιτική ανήκει στον σκληρό πυρήνα της εθνικής στρατηγικής, μαζί και με την εξωτερική πολιτική, την οποία, η αμυντική πολιτική υποστηρίζει. Η γενική έννοια άμυνα παραπέμπει αρχικά στην εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας και ασφάλειας μιας χώρας μέσω της στρατηγικής, η οποία υποδηλώνει την άσκηση της τέχνης του πολέμου. Ακολούθως, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, τα πυρηνικά όπλα και την εξελικτική πορεία προς τη μετα-βιομηχανική εποχή, οι στρατιωτικές πτυχές της στρατηγικής διευρύνθηκαν σήμερα για να περιλάβουν μια σειρά παραγόντων καθοριστικών για την ισχύ μιας χώρας, όπως: οικονομία, διπλωματία, ενεργειακοί πόροι, έρευνα και τεχνολογία, Παιδεία, Πολιτισμός, αξιοσύνη, κοινωνική συνοχή, ηθικό κ.ά." ΕΡΩΤΗΜΑ: Σε ποια από τις πτυχές που παρουσίασε ο κ. Θεοδωρίτσης η χώρα μας πλεονεκτεί απέναντι στην Τουρκία. Έχουμε ισχυρή οικονομία; Μήπως διαθέτουμε ισχυρή διπλωματία, ενεργειακούς πόρους, έρευνα και τεχνολογία και όλα τα άλλα που συνιστούν την ολοκληρωμένη έννοια της ισχύος; Μήπως έχουμε εθνική αποτρεπτική στρατηγική και αμυντικό δόγμα; Ας απαντήσουμε. Στις ένοπλες δυνάμεις τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πλιάτσικο σε ό,τι αφορά τον σύγχρονο και πανάκριβο εξοπλισμό τους. Η περίπτωση του Άκη δεν είναι φυσικά η μοναδική. Σήμερα που οι εντάσεις, οι προκλήσεις και οι δοκιμασίες διεξάγονται στο θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, η χώρα μας, με ευθύνη του Ευάγγελου Βενιζέλου, διαθέτει μόνον ένα από τα 4 σύγχρονα υποβρύχια κλάσης "210"! Τι γίνεται αν εξ αυτού και μόνο του λόγου υποστούμε μια σοβαρή ήττα; ΠΟΣΟ σοβαρή μπορεί να είναι μια εθνική αμυντική στρατηγική, όταν από το υπουργείο άμυνας πέρασε ο Βενιζέλος, ο οποίος, όταν έφυγε, πήρε στο σπίτι του τα όποια σχέδια υπήρχαν, όπως ομολόγησε χαχανίζοντας; Τι κάνει ο ίδιος άνθρωπος ως ΥΠΕΞ για να δημιουργήσει τις διεθνείς πολιτικές συμμαχίες, ώστε να πιεστεί η Άγκυρα και να μην το τραβήξει στα άκρα; Πόσες φορές συνεδρίασαν και συνεργάστηκαν επί διακυβέρνησης Σαμαρά οι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών; ΝΑ ΠΑΜΕ στην έρευνα και την τεχνολογία; Εμείς με εντολή της τρόικας διαλύσαμε την μονάδα των Αμυντικών Συστημάτων ενώ την ίδια στιγμή η αντίστοιχη κρατική εταιρεία της Τουρκίας έχει εξελιχθεί σε γίγαντα. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία συνεργάζεται με διεθνείς κολοσσούς υψηλής τεχνολογίας από τις ΗΠΑ, Γερμανία, Κορέα, Ισραήλ καλύπτοντας όλο το φάσμα των σύγχρονων τελευταίας γενιάς εξοπλιστικών αναγκών της και μάλιστα πέρυσι ο τζίρος της έφτασε τα 9 δισ. δολάρια, με εξαγωγές που πλησιάζουν τα 2 δισ. δολάρια! ΝΑ ΘΙΞΟΥΜΕ την παράμετρο αξιοσύνη και κοινωνική συνοχή; Μήπως είναι καλύτερο να τα προσπεράσουμε όταν οι επιλογές στα ανώτερα επίπεδα της ιεραρχίας γίνονται με κομματικά κριτήρια και ο μέσος όρος αποστράτευσης των υψηλόβαθμων στελεχών έχει πέσει στα 51 (!) χρόνια καθώς οι από κάτω κομματικοί φίλοι διώχνουν εκατοντάδες ικανά στελέχη; Τα περί κοινωνικής συνοχής, με αμοιβές πείνας στους στρατιωτικούς, που γίνονται ήρωες μόνο όταν σκοτωθούν, και τους εφέδρους απελπισμένους άνεργους στην πλειονότητά τους, καλύτερα να τα παραλείψουμε. ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ: Είναι σε θέση η ελληνική κυβέρνηση να καλύψει τα όποια ελλείμματα ισχύος με διπλωματικούς τρόπους; Κανείς δεν είναι δυνατόν να διαπραγματευτεί με σεβαστούς όρους τα ελληνικά ζητήματα όταν απέναντί του βρίσκεται ένα φαύλος ικέτης σαν τον Βενιζέλο, που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η προσωπική του πολιτική επιβίωση. Όταν αυτός και ο Σαμαράς είναι απολύτως υποταγμένοι και εκβιάσιμοι από τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά ιερατεία, είναι αδύνατον να υπερασπιστούν τα εθνικά συμφέροντα μιας χώρας που οι δανειστές της με την πολιτική των Μνημονίων την αφήνουν στρατιωτικά ανοχύρωτη, χωρίς καμιά εγγύηση προστασίας. ΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΟΥΜΕ με την τουρκική πολιτική. Οι ενέργειες της τουρκικής κυβέρνησης και οι δηλώσεις του προέδρου - σουλτάνου Ερντογάν δεν αφήνουν αμφιβολίες για το πόκερ που ετοιμάζεται εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, όπου το νέο σχέδιο Ανάν βρίσκει τον Ελληνισμό στο χειρότερο δυνατό σημείο του μετά τη μεταπολίτευση. Αν η Άγκυρα πιεστεί, όπως και πιέζεται, για περισσότερο χώρο και ελευθερίες στους Κούρδους, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα ζητήσει σοβαρά ανταλλάγματα. Ένα μέρος αφορά το Κυπριακό και τον νέο πλούτο των υδρογονανθράκων. Το άλλο μέρος αφορά τη συνδιαχείριση των κοιτασμάτων του Αιγαίου με ποικίλες πιέσεις, χωρίς κανείς να μπορεί να αποκλείσει και ζητήματα μειονοτήτων στη Θράκη. ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ; Θεωρητικά ναι. Όταν όμως η μία πλευρά είναι τόσο αδύνατη και άλλη, τούτη τη στιγμή, ισχυρή και επιθετική, τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί. Και μη διαφεύγει σε κανέναν ότι η Άγκυρα διαχρονικά και την κυβέρνηση Ανδρέα δοκίμασε με το "Χόρα" και την κυβέρνηση Σημίτη με τα Ίμια. Ποια εγγύηση υπάρχει ότι δεν θα δοκιμάσει και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ; Οι ασκήσεις στα γραφεία τέλειωσαν... dchristou52@gmail.com

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Γιάννης Βαρουφάκης: Γιατί έσκασε η διπλή φούσκα

-Είναι ο τραπεζίτης σου, Ηλίθιε! Γιάννης Βαρουφάκης: Γιατί έσκασε η διπλή φούσκα Είναι στη μοίρα των φουσκών να σκάνε. Στην Ευρώπη, εδώ και δύο χρόνια, Φραγκφούρτη και Βερολίνο πασχίζουν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι η Ευρώπη ξεπέρασε την κρίση του ευρώ. Τι καλύτερος τρόπος να πείσουν περί αυτού από το να φανεί πως ακόμα και η βαθιά πτωχευμένη Ελλάς συνέρχεται; Οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ από το καλοκαίρι του 2012 και έπειτα βοήθησαν στη δημιουργία φούσκας στην ευρωζωνική αγορά ομολόγων που έκανε την κρίση να μεταναστεύσει από την επιφάνεια (τις χρηματαγορές) στα θεμέλια της ευρωπαϊκής οικονομίας (στις επενδύσεις, τις επιχειρήσεις, στον αποπληθωρισμό). Με αυτή τη φούσκα ήλπιζε η κ. Μέρκελ ότι θα «αποδείξει» πως η γενικευμένη λιτότητα και τα στραβά μάτια στις μαύρες τρύπες των τραπεζών θα συγκαλυφθούν. Στην περίπτωση της βαθιά και ποικιλοτρόπως πτωχευμένης Ελλάδας, καταβλήθηκε φιλότιμη προσπάθεια να δημιουργηθούν δύο φούσκες. Η μία φούσκα αφορούσε την αγορά ελληνικών ομολόγων και η άλλη τις τραπεζικές μετοχές. Η περίφημη έξοδος στις αγορές του περασμένου Απριλίου έγινε επειδή η ΕΚΤ έκλεισε το μάτι στους επενδυτές πως αυτά τα νέα ομόλογα θα τους τα καλύψει εκείνη αν δεν μπορεί να τα αποπληρώσει το Ελληνικό Δημόσιο - έτσι εξηγείται πώς έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλον να αγοράσουν ομόλογα ενός πτωχευμένου κράτους. Όσο για τις τραπεζικές μετοχές, ανέβηκαν επειδή κυβέρνηση και ΕΚΤ φάνηκαν έτοιμοι να κάνουν τα στραβά μάτια στις μαύρες τρύπες στο εσωτερικό τους και, επιπλέον, το υπουργείο Οικονομικών τους υποσχέθηκε ότι θα τους δώσει, στα μουλωχτά, ό,τι εγγυήσεις χρειάζονταν για να περάσουν τα τεστ αντοχής της ΕΚΤ. Τι συνέβη λοιπόν και έσκασαν οι δύο αυτές φούσκες; Στην Ευρώπη συνολικά φταίνε τα μαντάτα ότι η Γερμανία, όπως ήταν προδιαγεγραμμένο, έπεφτε θύμα της λιτότητας που η ίδια επέβαλε στους άλλους. Στην Ελλάδα το έναυσμα για την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου δόθηκε όταν η αποτυχία της τελευταίας (όλως χυδαίας) προσπάθειας του υπουργείου Οικονομικών να ενισχύσει κι άλλο τους τραπεζίτες, αυτή τη φορά με εγγυήσεις 9 δισ. (με τις λεγόμενες «αναβληθείσες φορολογικές υποχρεώσεις» των τραπεζιτών). Σε τι οφείλεται η αποτυχία αυτή; Οφείλεται στο ότι οι ελεγκτές της ΕΚΤ είπαν: «Ε, όχι κι αυτό! Κάναμε τα στραβά μάτια σε τόσα και τόσα, αλλά αυτό που πάτε να κάνετε τώρα, αν δεν το σταματήσουμε, θα μας πάρουν με τις πέτρες διεθνώς». Αυτή η «στραβή» έδωσε το έναυσμα για πωλήσεις τραπεζικών μετοχών, με αποτέλεσμα τη σημερινή εικόνα ενός Χρηματιστηρίου που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις πτωχευμένες τράπεζες - και το οποίο ανεβαίνει μόνο όσο οι φούσκες που χτίζονται με τα χρήματα των φορολογούμενων φουσκώνουν. Κάνουν να σκάσουν οι φούσκες που συντηρεί ο εξουθενωμένος φορολογούμενος και αμέσως το Χρηματιστήριο επιστρέφει στην πικρή πραγματικότητα. Παράλληλα, η αποκάλυψη της «άνεσης» με την οποία το κράτος είναι έτοιμο να φορτώσει άλλα 9 δισ. χρέος στο χρέος για πάρτι των τραπεζιτών έκανε και τη φούσκα των ελληνικών ομολόγων να σκάσει, ιδίως σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου όλες οι αντίστοιχες φούσκες δοκιμάζονταν. Με ρωτούν όμως οι συνήγοροι της κυβέρνησης (τώρα που έχασαν την πιπίλα του "greek success story": Αν συμβαίνουν αυτά στην κυβέρνηση Σαμαρά (την οποία υποστηρίζουν το Βερολίνο και η Φραγκφούρτη), ο ΣΥΡΙΖΑ τι έχει να περιμένει; Πώς θα καταφέρει να διαγράψει το χρέος; Τους απαντώ: Το χρέος θα διαγραφεί έτσι κι αλλιώς, όπως συμβαίνει με όλα τα μη βιώσιμα χρέη. Το ζήτημα είναι να έρθει μια ώρα αρχύτερα το κούρεμά του, καθώς η καθυστέρησή του αυξάνει το διαχρονικό κόστος της συγκάλυψης της χρεοκοπίας μας τόσο για την Ελλάδα όσο και για τους εταίρους μας. Πώς θα έρθει το κούρεμα; Μέσα από μια διαπραγμάτευση που δεν θέλουν σε καμία περίπτωση το Βερολίνο και η Φραγκφούρτη, αλλά που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να αποσπάσει υπό την απειλή βέτο στις Συνόδους Κορυφής και της μη αποπληρωμής των παλαιών ομολόγων που, ανοήτως, αγόρασε η ΕΚΤ. Όσο διαρκεί αυτή η διαπραγμάτευση, δεν έχει απολύτως καμία σημασία πόσο θα πάνε τα spread ή ο δείκτης του Χρηματιστηρίου. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, στο τέλος της διαπραγμάτευσης, εφόσον η ελληνική οικονομία ξαναγίνει βιώσιμη, τα spread θα καταβαραθρωθούν και οι μετοχές θα ανέβουν. Άλλωστε αυτά τα νούμερα δεν είναι παρά μια θολή αντανάκλαση της πραγματικότητας. Αυτό που προέχει δεν είναι η αντανάκλαση, αλλά η ίδια η πραγματικότητα που μόνο μια σκληρή διαπραγμάτευση μπορεί να πετύχει. Πηγή : avgi.ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ 19-10-2014

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Από τους μαυραγορίτες στη φούσκα των δανείων.

Από τους μαυραγορίτες στη φούσκα των δανείων. Του Γ. Τριποταμιανού Έχει δημοσιευτεί Αυγή 28-10-2014 • Η αγορά κατοικίας από το 1941 μέχρι σήμερα Το 2008, όταν έσκασε η φούσκα των στεγαστικών δανείων, ο κόσμος έκπληκτος ανακάλυψε ότι πίσω από την ανάγκη του κάθε ανθρώπου να ζει σε καλύτερο περιβάλλον στήθηκε ένα τεράστιο κερδοσκοπικό παιγνίδι από τις τράπεζες το οποίο οδήγησε την παγκόσμια οικονομία σε πρωτοφανή ύφεση και εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να χάσουν τα σπίτια τους. Η ελληνική εμπειρία σύντομα θα έχει ανάλογα χαρακτηριστικά με εκείνα των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας και της Ισπανίας. Οι ρυθμίσεις για τα κόκκινα δάνεια, που με περισσή υπερηφάνεια εξαγγέλλονται από την πολιτική ηγεσία και παρουσιάζονται περίπου ως ένα επίτευγμα, θέτουν χιλιάδες Έλληνες μπροστά στην άμεση προοπτική να ξεσπιτωθούν. Το πιο σημαντικό είναι ότι με τις ρυθμίσεις αυτές ταυτοποιούνται οι ένοχοι για την κρίση των τραπεζών, ενώ ταυτόχρονα αθωώνονται κάποιοι και παραδίδονται στην κοινωνία χωρίς το παραμικρό ψεγάδι. Στην πραγματικότητα η περίπτωση των «κόκκινων στεγαστικών δανείων» -σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στο εξωτερικό- είναι μία μεθοδευμένη προσπάθεια να εμφανιστούν τα θύματα ως θύτες και οι θύτες να απολαύσουν ανενόχλητοι τους καρπούς των... έργων τους. Στην πραγματικότητα, για δεύτερη φορά στη διάρκεια των τελευταίων εβδομήντα χρόνων, η ιστορία της βίαιης αναδιανομής της ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων επαναλαμβάνεται, με το κράτος, στην καλύτερη περίπτωση, να παίζει τον ρόλο του θεατή. Η πρώτη έγινε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, όταν 80.000 σπίτια πέρασαν από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους σε δωσίλογους και μαυραγορίτες καθώς η οικονομική εξαθλίωση οδήγησε χιλιάδες απελπισμένους Έλληνες να τα «πουλήσουν» για ένα κομμάτι ψωμί ή για έναν τενεκέ λάδι. Και ενώ θα περίμενε κανείς ότι η απελευθέρωση θα ακύρωνε όλες τις αγοραπωλησίες ως παράνομες, ήλθε το ελληνικό κράτος και διατήρησε πολλές από αυτές ή υποχρέωσε τους αρχικούς ιδιοκτήτες να πληρώσουν τους κατοχικούς - αγοραστές. Μάλιστα, η σχετική νομοθετική ρύθμιση έγινε το 1949, πέντε χρόνια μετά την απελευθέρωση, γεγονός που σίγουρα θα διευκόλυνε τη νομιμοποίηση των "κλοπών". Ο αναγκαστικός νόμος «περί των επί κατοχής συναφθεισών ακινήτων» σε 26 άρθρα είχε αποτέλεσμα: * Τα καλύβια των φτωχών να επιστραφούν στους παλιούς ιδιοκτήτες τους. * Για τα σπίτια της μεσαίας τάξης να γίνει διαπραγμάτευση μεταξύ «αγοραστών» και «πωλητών» προκειμένου να διευθετηθεί η «εκκρεμότητα». * Τα μεγάλα σπίτια να δοθούν στους «αγοραστές» με τη μέθοδο της φορολογίας. Η σύγχρονη ελληνική εμπειρία δεν έχει τους ίδιους πρωταγωνιστές, αλλά σίγουρα μπορεί να μιλήσει κανείς για ολιγωρία. Η σκέψη αυτή περνά από το μυαλό του κάθε καλόπιστου παρατηρητή που θα ήθελε να συγκρίνει την ελληνική εμπειρία των κόκκινων δανείων με τη βρετανική. Πριν από λίγους μήνες, τον Αύγουστο, η βρετανική Αρχή Χρηματοοικονομικής Συμπεριφοράς (FCA) επέβαλε πρόστιμο 18 εκατ. ευρώ στη Royal Bank of Scotland για παραπλάνηση δανειοληπτών. Σύμφωνα με την Αρχή, η τράπεζα έδινε στεγαστικά δάνεια σε καταναλωτές χωρίς να ελέγχει επαρκώς αν μπορούσαν να τα αποπληρώσουν. Σε 162 περιπτώσεις (από τις 164 που εξετάστηκαν) διαπιστώθηκε ότι τα τεστ δεν εντόπισαν την πραγματική οικονομική κατάσταση των υποψήφιων δανειοληπτών ώστε να τους προταθούν οι καταλληλότεροι όροι. Η RBS θα ταχυδρομήσει επιστολές προς 30.000 δανειολήπτες, με τις οποίες θα τους ζητά να καταθέσουν πιθανές ενστάσεις τους για τα στεγαστικά τους δάνεια. Στην πραγματικότητα με την απόφασή της αυτή η βρετανική Αρχή Χρηματοοικονομικής Συμπεριφοράς παραδέχθηκε ότι υπάρχει μείζων ευθύνη των τραπεζών στη χορήγηση των δανείων. Μια αλήθεια την οποία η ρύθμιση για τους πλειστηριασμούς, αλλά και τα κυοφορούμενα μέτρα για τα κόκκινα δάνεια, όχι μόνο αγνοούν, αλλά και δεν αναγνωρίζουν. Προφανώς γιατί θεωρούν ότι πολύ πιο ανώδυνα μπορεί να φορτωθεί τις ευθύνες ο «ανώνυμος» που θα χάσει το σπίτι του παρά το ίδιο το σύστημα στις πλάτες του οποίου στηρίζεται. Στις 11 Οκτωβρίου 2005, ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας με μία πράξη του αναθεωρεί το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για τις προβλέψεις που θα πρέπει να κάνουν οι τράπεζες ώστε να μη παρουσιάσουν «μαύρες τρύπες» από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Τα επόμενα χρόνια υπήρξαν και άλλες αποφάσεις για τις προβλέψεις στα στεγαστικά, αλλά το ενδιαφέρον εστιάζεται στην υποχρέωση των τραπεζών να ελέγχουν την πιστοληπτική ικανότητα των υποψήφιων δανειοληπτών. Έτσι, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται ότι: «Με την Π.Δ./Τ.Ε. 2565/11.10.2005 καθορίζεται ότι: * Οι μειωμένοι συντελεστές προβλέψεων που ήδη απολαμβάνουν τα εξασφαλισμένα με ακίνητα δάνεια θα εφαρμόζονται από 31.12.2005 στο τμήμα του δανείου που αντιστοιχεί στο 75% της αγοραίας αξίας του υπέγγυου ακινήτου (αντί της ισχύουσας μέχρι σήμερα αντικειμενικής αξίας). * Παύει να ισχύει ο μειωμένος συντελεστής προβλέψεων για τα στεγαστικά δάνεια που περιέρχονται σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 12 μηνών. * Κατά την εκτίμηση της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων που διενεργείται από την Τράπεζα της Ελλάδος θα συνυπολογίζεται στις εποπτικές προβλέψεις ποσοστό των διαγραφών επισφαλών δανείων που έχουν ή θα διενεργηθούν εντός των χρήσεων των ετών 2005 και 2006. * Μετά τη λήξη της ανωτέρω περιόδου (δηλαδή από 1.1.2007 και εφεξής), τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να καλύπτουν με ειδικό αποθεματικό τα δάνεια των οποίων η καθυστέρηση υπερβαίνει τα τρία έτη, εφόσον δεν καλύπτονται από ειδικές προβλέψεις». Σήματα κινδύνου υπήρξαν, αλλά αγνοήθηκαν... Μάλιστα στην ίδια Πράξη αναφέρεται ότι οι τράπεζες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη "τουλάχιστον τους κάτωθι παράγοντες κινδύνου: * Τη σχέση των οφειλόμενων μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων έναντι του ύψους του διαθέσιμου εισοδήματος στο στάδιο της προαξιολόγησης (με βάση τη διεθνή εμπειρία 30% έως 40%, κλιμακούμενο κατάλληλα κατά το απόλυτο ύψος του διαθέσιμου εισοδήματος). * Την επίπτωση της ενδεχόμενης αύξησης των επιτοκίων επί του κόστους εξυπηρέτησής τους σε συνδυασμό με τη διάρκεια των δανείων". Και καταλήγει λέγοντας ότι «οι αρμόδιες υπηρεσίες της Τράπεζας της Ελλάδος παρακολουθούν την αποτελεσματική ενσωμάτωση των εν λόγω παραγόντων στο σύστημα διαχείρισης κινδύνων κάθε τράπεζας και λαμβάνουν τα τυχόν αναγκαία πρόσθετα μέτρα, ιδίως με τον καθορισμό υψηλότερου Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας». Κοντολογίς η κεντρική τράπεζα ούτε λίγο ούτε πολύ είχε προειδοποιήσει τις τράπεζες για τον κίνδυνο των κόκκινων δανείων και για τον λόγο αυτόν τους ζητούσε να ελέγχουν αν το εισόδημα των δανειοληπτών ήταν αρκετό όχι μόνο για να αποπληρώνονται οι δόσεις του δανείου τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά και εκείνες που θα προέκυπταν σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων. Φυσικά στις εποχές των παχέων αγελάδων κανείς δεν ανησυχούσε. Τα δάνεια εγκρίνονταν αφειδώς. Οι εισοδηματικοί περιορισμοί αγνοήθηκαν. Τα πράγματα άρχισαν να διαφοροποιούνται όταν τα πρώτα μαύρα σύννεφα της κρίσης έκαναν την εμφάνισή τους στον ορίζοντα και οι τράπεζες άρχισαν να κλείνουν τις πόρτες των... σεντουκιών τους. Τότε ήταν που ανακάλυψαν τους εισοδηματικούς περιορισμούς αλλά και τα υπερτιμολογημένα ακίνητα. Μέχρι τότε αγνοούσαν όχι μόνο κάθε λογής ελέγχους όσον αφορά το ύψος των εισοδημάτων των δανειοληπτών, αλλά προσάρμοζαν τις εκτιμήσεις που αφορούσαν την αξία των ακινήτων πάνω στην οποία έβαζαν την προσημείωση ή την υποθήκη στους στόχους για την αύξηση του μεριδίου της αγοράς που είχε η κάθε μία από αυτές. Σε αυτό το «αεροπλανάκι» καλούσαν να συμμετάσχουν και οι εργαζόμενοι στις πωλήσεις δανείων θέτοντας στόχους και μπόνους, ενώ απευθύνονταν σε εταιρείες πωλήσεων παρέχοντας γενναία ποσοστά προκειμένου να αυξήσουν τις πωλήσεις δανείων. Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που η απειλή «θα πάω σε άλλη τράπεζα» ήταν αρκετή όχι μόνο για να πεταχτούν στο καλάθι των αχρήστων οι υποχρεώσεις για εισοδηματικό έλεγχο των υποψήφιων δανειοληπτών, αλλά και οι στοιχειώδεις κανόνες της εκτιμητικής επιστήμης για τον καθορισμό της αξίας των ακινήτων. Οι ευθύνες Προβόπουλου Θα περίμενε κανείς ότι η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο του εποπτικού της ρόλου θα έκανε το αυτονόητο. Δηλαδή ό,τι ακριβώς έκανε και η βρετανική Αρχή Χρηματοοικονομικής Συμπεριφοράς: να ελέγξει κατά πόσον οι τράπεζες έδιναν στεγαστικά δάνεια σε καταναλωτές χωρίς να ελέγχουν επαρκώς αν μπορούσαν να τα αποπληρώσουν. Ήδη όταν ξέσπασε η κρίση το τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος είχε περάσει στα χέρια ενός ανθρώπου που ήξερε από πρώτο χέρι τις πρακτικές που ακολουθούνταν στις χορηγήσεις δανείων. Ο κύριος Προβόπουλος, ο νέος κεντρικός τραπεζίτης, είχε πολυετή πείρα στις τραπεζικές πρακτικές αφού οι καίριες θέσεις από τις οποίες είχε περάσει τα προηγούμενα χρόνια τον βοηθούσαν να ξέρει από πρώτο χέρι πώς γίνονταν οι πωλήσεις δανείων. Τα προηγούμενα χρόνια είχε περάσει από κορυφαίες θέσεις ευθύνης και από τις δύο σημερινές συστεμικές τράπεζες (Alpha και Πειραιώς), ενώ ήταν επικεφαλής και της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία λίγα χρόνια αργότερα πέρασε στα χέρια της Alpha. Ειδικά στην Εμπορική και στην Πειραιώς ήταν στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας και επομένως θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι και ο ίδιος ήταν μέρος του προβλήματος. Το σίγουρο είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της θητείας του δεν έγινε γνωστό αν υπήρξε κάποιος έλεγχος στις τράπεζες για το αν τηρούσαν τις εισοδηματικές προδιαγραφές που είχαν τεθεί από τον προκάτοχό του. Επίσης πέπλο μυστηρίου καλύπτει τυχόν πορίσματα αλλά και ποινές σε περιπτώσεις που εντοπίστηκε ότι δεν ακολουθήθηκαν οι περιορισμοί που ίσχυαν στις χορηγήσεις δανείων. Η βρετανική εμπειρία δείχνει ότι το θέμα αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε η βρετανική τράπεζα, η οποία βρίσκεται κατά 81% υπό τον έλεγχο της βρετανικής κυβέρνησης, μετά τη διάσωσή της από κρατικά κονδύλια αναγκάστηκε να πάρει μέτρα: Η RBS θα ταχυδρομήσει επιστολές προς 30.000 δανειολήπτες, με τις οποίες θα τους ζητά να καταθέσουν πιθανές ενστάσεις τους για τα στεγαστικά τους δάνεια. Στην πραγματικότητα όμως η έρευνα αυτή που έγινε από τις βρετανικές χρηματοπιστωτικές αρχές έδωσε τη δυνατότητα και σε πολλούς δανειολήπτες να υπερασπιστούν τον εαυτό τους προβάλλοντας ως επιχείρημα την πλημμελή προστασία τους από τις τράπεζες. Αντίθετα στην ελληνική εμπειρία η σιωπή υποκατέστησε το εύλογο ερώτημα που υπάρχει, αν από την πλευρά τους τα πιστωτικά ιδρύματα προστάτευσαν επαρκώς τους δανειολήπτες με το να τους αποτρέψουν από δυσάρεστες μελλοντικές περιπέτειες. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι ούτε οι φορείς ούτε η κεντρική τράπεζα δεν έχουν αναφέρει τίποτε για τυχόν παρατυπίες στη διαδικασία χορήγησης των δανείων, τότε εύλογα αναρωτιέται κανείς: Τελικά όλοι οι εμπλεκόμενοι, με εξαίρεση τους δανειολήπτες, έκαναν σωστά τη δουλειά τους; Αν το καλοσκεφτεί κανείς, με τον τρόπο αυτόν οι τράπεζες είχαν ένα πραγματικά ατράνταχτο επιχείρημα για να αποκρούσουν όλες τις ενδεχόμενες κατηγορίες για τυχόν λάθη, παραλείψεις και ευθύνες στη διαδικασία χορήγησης των δανείων. Το θέμα αυτό αναδεικνύεται σε μείζον αν αναλογιστεί κανείς την αμερικάνική εμπειρία των τοξικών δανείων. Εκεί οι αρμόδιες αρχές δικαίωσαν χιλιάδες επενδυτές στον ισχυρισμό τους ότι εξαπατήθηκαν αγοράζοντας τιτλοποιημένα επισφαλή στεγαστικά δάνεια. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε η τράπεζα Bank of America θα τους επιστρέψει 9,65 δισεκατομμύρια δολάρια σε ρευστό και 7 δισεκατομμύρια δολάρια σε διευκολύνσεις. Υπενθυμίζεται ότι συνολικά στη Bank of America έχουν επιβληθεί πρόστιμα περίπου 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εμπλοκή της στην κρίση των «τοξικών» προϊόντων που είχαν ως εγγυήσεις τα επισφαλή ενυπόθηκα δάνεια. Πώς θα μπορούσε άραγε κανείς να μιλήσει για τοξικά δάνεια όταν δεν υπήρξε θέμα τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν στις αξιολογήσεις για την πιστοληπτική δυνατότητα των δανειοληπτών; Πώς θα μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς τα τιτλοποιημένα ομολογιακά στεγαστικών δανείων που διατέθηκαν στις διεθνείς αγορές; Τελικά αποδείχθηκε ότι, αν και όλο το σύστημα χορήγησης στεγαστικών δανείων ήταν διάτρητο, κανείς από τους θεσμικά υπεύθυνους για την εύρυθμη λειτουργία του δεν έκανε τίποτε, την περίοδο που οι κρουνοί των τραπεζών έρρεαν χρήμα για να αποτρέψουν τυχόν στρεβλώσεις στους όρους χορήγησης των δανείων. Και φυσικά εξίσου αδιάφοροι ήταν και όταν έφτασε η ώρα της κρίσης, καθώς κανείς θεσμικά υπεύθυνος δεν έλεγξε αν τηρήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των στεγαστικών και κυρίως αν τα δάνεια που δόθηκαν αντανακλούσαν την πραγματική αξία των κατοικιών τη δεδομένη στιγμή της χορήγησης των δανείων. Άλλωστε η «κατασκευή ενόχων» για την κρίση των κόκκινων δανείων ήταν πλέον εύκολη. Για όλα υπεύθυνοι ήταν οι δανειολήπτες. Αυτοί που πήραν τα δάνεια και αρνούνταν να τα ξεπληρώσουν. Αυτοί που υπερεκτίμησαν την αξία του ακινήτου που ήθελαν να αγοράσουν και παρέκαμψαν τους εισοδηματικούς περιορισμούς που ήταν σε ισχύ. Για όλους αυτούς τους λόγους, τους αξίζει κάθε είδους τιμωρία και διασυρμός, ακόμα και να χάσουν τα σπίτια τους στον πλειστηριασμό. Αυτοί ήταν οι τζογαδόροι των δανείων και θα πρέπει να πληρώσουν. Και, όπως είπε και ο πρωθυπουργός στη συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, η μοίρα που περιμένει όσους μπορούν να πληρώσουν και αρνούνται θα είναι... σκληρή. Όλοι οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι δεν έχουν καμία ευθύνη. Οι τράπεζες, οι πωλητές δανείων, οι υπηρεσίες ελέγχου της εύρυθμης λειτουργίας του πιστωτικού συστήματος έκαναν το καθήκον τους. Και από την άποψη αυτή το σύστημα είναι θωρακισμένο, αφού, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, όπου εντοπίστηκε σωρεία παραβάσεων, στην Ελλάδα όλα λειτουργούν σωστά. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι, για να επιβραβευθεί ο ρόλος της κεντρικής τράπεζας, ο αρμόδιος συμμετέχει στην επιτροπή που έχει συστήσει το υπουργείο Οικονομικών για τις νέες αντικειμενικές τιμές...

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Ομηρία επ᾽ αόριστον ή επανεκκίνηση;

Ομηρία επ᾽ αόριστον ή επανεκκίνηση; 08.11.2014, 19:21 | Ετικέτες: οικονομία, Γκίκας Χαρδούβελης, χρέος, χρεοκοπία. Συντάκτης: Μπάμπης Μιχάλης . Ενώ η ομηρία της Ελλάδας από τους ξένους πιστωτές δείχνει μετά το Εurogroup της Πέμπτης και τις προτάσεις για «ενισχυμένη γραμμή προληπτικής στήριξης» και «επαυξημένη εποπτεία» να συνεχίζεται για καιρό ακόμη, ενώ το σχίσιμο των μνημονίων απομακρύνεται όλο και πιο πολύ στον ορίζοντα, το καίριο ερώτημα που προβάλλει για τους περισσότερους κατοίκους αυτής της χώρας είναι πότε επιτέλους τελειώνει αυτός ο εφιάλτης. Απάντηση στο ερώτημα ενδεχομένως να δίνει μια νέα μελέτη που εκπονήθηκε από δύο κατά βάσιν συντηρητικούς οικονομολόγους και δημοσιεύτηκε στις αρχές Οκτωβρίου, αλλά ελάχιστα μνημονεύτηκε από τον εγχώριο και τον διεθνή Τύπο. Ο λόγος, για την εργασία της γνωστής καθηγήτριας Οικονομικών του Χάρβαρντ, Κάρμεν Ράινχαρτ, και του Γερμανού συναδέλφου της, Κρίστοφ Τρέμπες, «A distant mirror of debt, default and relief». Οι δύο οικονομολόγοι ανέλυσαν 47 κρατικές χρεοκοπίες και αναδιαρθρώσεις χρέους που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου (1932-1939) και τη Λατινική Αμερική των τελευταίων 30 ετών (1979-2010). Η ελάφρυνση του χρέους μετά τις χρεοκοπίες και τα κουρέματα | ΕΦ.ΣΥΝ. Το αντικείμενο Οι πρώτες αφορούσαν τα χρέη που συσσώρευσαν οι κυβερνήσεις 16 ευρωπαϊκών χωρών λόγω του υπέρμετρου δανεισμού τους από τις ΗΠΑ για την κάλυψη των αναγκών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά το Κραχ του 1929, η εξυπηρέτηση αυτών των δανείων έγινε δυσβάσταχτη, με αποτέλεσμα, η μία μετά την άλλη, όλες σχεδόν οι ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης –μεταξύ αυτών και η Ελλάδα- να κηρύξουν στάση πληρωμών, κυρίως μεταξύ 1932 και 1934. Οι δεύτερες αφορούσαν τις υψηλού και μεσαίου εισοδήματος αναδυόμενες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες βρέθηκαν στον κυκεώνα των πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων που σημειώθηκαν σε αυτήν την ήπειρο μετά το 1979. Οι Ράινχαρτ-Τρέμπες χρησιμοποίησαν στη μελέτη τους πληθώρα οικονομικών μεγεθών, όπως το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η δανειοληπτική αξιολόγηση της κάθε χώρας, οι ροές κεφαλαίων, το βάρος εξυπηρέτησης του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ, τα έσοδα, οι εξαγωγές, το εξωτερικό χρέος, το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, το συνολικό -εξωτερικό και εγχώριο- χρέος της κεντρικής κυβέρνησης σε σχέση με το ΑΕΠ. Τα συμπεράσματα της μελέτης τους τσακίζουν κόκαλα, καταρρίπτουν μύθους, απονευρώνουν απειλές, όπως αυτή που πλανάται εδώ και 4 χρόνια πάνω από τα κεφάλια των Ελλήνων: η χρεοκοπία, το «κούρεμα» ή η οποιαδήποτε άλλη ολοκληρωμένη μορφή αναδιάρθρωσης του χρέους δεν είναι καταστροφή για μια υπερχρεωμένη χώρα. Αντίθετα, αποτελεί το εφαλτήριο για μια εκτόξευση, για ένα οικονομικό θαύμα. Τα ιστορικά στοιχεία της μελέτης έδειξαν ότι, από τη στιγμή που μια χώρα κηρύσσει στάση πληρωμών ή προχωρεί στην οριστική αναδιάρθρωση του χρέους της, η συνέχεια γι’ αυτήν μόνο προς το καλύτερο μπορεί να είναι, αφού βιώνει μια περίοδο υψηλής οικονομικής ανάπτυξης, χαμηλότερου χρέους και μικρότερης επιβάρυνσης για την εξυπηρέτησή του. Επίσης, η πρόσβασή της στις αγορές και η χρηματοδότησή της από αυτές όχι μόνο δεν αποκόβεται, όπως ισχυρίζονται αρκετοί, αλλά αντιθέτως βελτιώνεται. Τα συμπεράσματα Από τα 47 κράτη που μελετήθηκαν στην έκθεση, τα 39 (το 83% δηλαδή) κατέγραψαν μετά τη στάση πληρωμών ή την τελική συμφωνία αναδιάρθρωσης του χρέους τους ταχύτατους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, 6 βίωσαν στασιμότητα, ενώ μόλις 2 ύφεση. Η οικονομική ανάπτυξη που πέτυχαν αυτές οι χώρες τα πρώτα χρόνια μετά τη χρεοκοπία ή την αναδιάρθρωση του χρέους τους μόνο αμελητέα δεν ήταν. Ο μέσος συνολικός ρυθμός ανάπτυξης των ευρωπαϊκών οικονομιών στην τετραετία που ακολούθησε μετά τη χρεοκοπία τους τη δεκαετία του ’30 ήταν 16%, ενώ στις χώρες της Λατινικής Αμερικής ήταν αντίστοιχα 9%. Οι Ράινχαρντ, Τρέμπες διαπίστωσαν ακόμη ότι το χρέος αυτών των χωρών μειώθηκε (μετά τη χρεοκοπία τους ή την τελική αναδιάρθρωση) κατά μέσο όρο από 14% έως 16% του ΑΕΠ τους. Κατέληξαν, τέλος, στο συμπέρασμα ότι οι ξένοι πιστωτές, όχι μόνο δεν γυρίζουν την πλάτη στις χώρες που χρεοκοπούν, αλλά αντίθετα σπεύδουν -σε αρκετές περιπτώσεις σχεδόν αμέσως μετά το πιστωτικό γεγονός- να τους ξαναδανείσουν. Γιατί επί της ουσίας, οι «δυνάμεις της αγοράς» δεν ενδιαφέρονται και τόσο για την τιμωρία όσων αθετούν τα χρέη τους, όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουμε, αλλά πρωτίστως για τα κέρδη και τις αποδόσεις των επενδύσεων. Τα στοιχεία έδειξαν ότι το πολύ μέσα σε 4 χρόνια μετά τη χρεοκοπία τους οι περισσότερες χώρες που χρεοκόπησαν κατάφεραν να ανακτήσουν την πρόσβασή τους στις αγορές. Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής που χρεοκόπησαν τη δεκαετία του ’90 πέτυχαν μάλιστα να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές αμέσως μετά τη στάση πληρωμών.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Περί «μονομερών ενεργειών» στο Μνημόνιο και Χρέος

Περί «μονομερών ενεργειών» στο Μνημόνιο και Χρέος του Γιάννη Τόλιου Τελευταία από δυνάμεις του κατεστημένου, γίνεται προσπάθεια να φέρουν σε δύσκολη θέση το ΣΥΡΙΖΑ προβάλλοντας το δίλημμα: «μονομερείς ενέργειες» ή «διαπραγματεύσεις» στην κατάργηση του Μνημονίου και διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του Χρέους. Στόχος να ενοχοποιηθεί κάθε προσπάθεια άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων και αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου πλαισίου της ευρωζώνης και υποταγής τελικά στους όρους των πιστωτών. Τι λένε οι επίσημες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ Τόσο στις συνεδριακές αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στην πρόσφατη ευρω-εκλογική διακήρυξη, τονίζεται ρητά ότι στόχος του είναι: «η ακύρωση του Μνημονίου και της πολιτικής λογικής που τα επιβάλλει, καθώς η αντιμετώπιση του χρέους… Χωρίς διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του αποκλείεται να ανασάνει η χώρα….. Η διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης θα ξεκινήσει άμεσα και θα απαιτηθεί η ακύρωση των επαχθών όρων και συμβάσεων. Για την επίτευξη των στόχων θα αξιοποιηθούν στην περίπτωση εκβιασμών, όλα τα όπλα: η διακοπή πληρωμών, η καταγγελία και πρόκληση ζημιάς στη χώρα με στόχο τη διάσωση του ευρώ και των ιδιωτικών τραπεζών, ….κά. Εμείς θέλουμε να σώσουμε τη χώρα μέσα στο ευρώ και όχι με πρόσχημα τη σωτηρία του ευρώ να οδηγήσουμε τη χώρα στην καταστροφή. Όπως συμπυκνώνει το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ», απόλυτη προτεραιότητα για το ΣΥΡΙΖΑ είναι η αποτροπή της ανθρωπιστικής καταστροφής και η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και όχι η υποταγή σε υποχρεώσεις που ανέλαβαν άλλοι υποθηκεύοντας τη χώρα…» «Μαξιμαλισμοί» και βιωσιμότητα χρέους; Το παραπάνω πλαίσιο, ανεξάρτητα από επί μέρους επιφυλάξεις ή ερωτήματα που μπορεί κάποιος να έχει, χαράσσει το γενικότερο πλαίσιο του στρατηγικού στόχου και της τακτικής επίτευξης του. Η ακύρωση της λιτότητας (Μνημόνιο), η διαγραφή μεγαλύτερου μέρους του χρέους και εξόφληση υπόλοιπου με ρήτρα ανάπτυξης, καθώς ο δημόσιος-κοινωνικός έλεγχος των τραπεζών, αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για προώθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης και προοδευτικής έξοδο από την κρίση με ανοικτό τον ορίζοντα της σοσιαλιστικής προοπτικής. Δεν πρόκειται για «μαξιμαλισμό» αλλά «αναγκαία και ικανή συνθήκη» να βγει η οικονομία και κοινωνία από την κρίση με κυβέρνηση της Αριστεράς. Η βιωσιμότητα (εξοφλησιμότητα) του χρέους είναι αντικειμενική ανάγκη και όχι «φαντασίωση» αριστερών «μαξιμαλιστών». Αντίθετα η υποτίμηση ή αποδοχή μικρής ελάφρυνσης (επιμήκυνση, οριακή μείωση επιτοκίων ή «πάγωμα», κά), παρά τα όποια θετικά, δεν επιλύει το πρόβλημα της βιώσιμης εξόδου από την κρίση σε προοδευτική κατεύθυνση. Πρακτικά, στο υποθετικό σενάριο της αύξησης του ΑΕΠ 3% (ή 5,4 δις €), ο επιμερισμός για στοιχειώδη ανακούφιση του λαού, στήριξη ανάπτυξης, εξυπηρέτηση χρέους, δεν μπορεί να ξεπερνά τα 1,8-2 δις € κατά περίπτωση. Δηλαδή οι δαπάνες για τοκοχρεολύσια από το «πραγματικό πλεόνασμα», δεν μπορούν να υπερβαίνουν 1,5-2 δις το χρόνο. (Αν γινόταν δικαιότερη κατανομή φορολογικών βαρών ίσως να διατίθετο κάτι περισσότερο).! Ωστόσο το 2014 τα τοκοχρεολύσια ανέρχονται σε 31 δις, το 2015 σε 22 δις, το 2016 σε 13,5 δις και συνεχίζουν στο ίδια περίπου ύψος ως το 2020, ενώ μετά κάνουν άλμα σε 28 δις 2021, σε 33 δις 2022, σε 29 δις 2023, διατηρούμενα στα 16-17 δις το χρόνο ως το 2030. Από εδώ πηγάζει η ανάγκη διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους για να αποφύγουμε «διαχρονική λιτότητα» και όχι λόγω αριστερών «μαξιμαλισμών», όπως ισχυρίζονται ορισμένοι.! Ποιες θεωρούνται μονομερείς ενέργειες; Το αίτημα της διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, ασφαλώς δεν είναι ιδέα που αρέσει στους πιστωτές. Το ζήτημα έχει τεθεί στην «τρόϊκα» από τον πρ. υπουργό οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα, αλλά η απάντηση του Β.Σόϊμπλε ήταν η γνωστή φράση: «forget it Yiannis» (ξέχνα το Γιάννη).! Το πρώτο ερώτημα είναι αν η συγκεκριμένη απάντηση αποτελεί ή όχι μονομερής ενέργεια; Και πότε θεωρείται τέτοια; Μόνο όταν προέρχεται από τους οφειλέτες ή και τους πιστωτές; Δεν ήταν άραγε μονομερής η ενέργεια ένταξης στο ΔΝΤ, η επιβολή της «τρόϊκας» και του Μνημονίου στη χώρα; Γιατί η χρήση κυριαρχικού δικαιώματος και η επίκληση του διεθνούς δικαίου από μια χώρα («κατάσταση ανάγκης», «απεχθές χρέος» κά) θεωρείται «μονομερής ενέργεια»; Η παραβίαση ευρωπαϊκών συνθηκών (Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κά) δεν είναι μονομερής ενέργεια; Χρειάζεται κατά συνέπεια να δούμε το ζήτημα τόσο από νομική, όσο οικονομική, κοινωνική και πολιτική άποψη. Από νομική άποψη η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μιας χώρας, δε καμιά περίπτωση δεν είναι μονομερής ενέργεια. Σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, η απαίτηση διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, πηγάζει από αντικειμενικά δεδομένα (διάλυση οικονομίας, βύθιση μεγάλου μέρους ελληνικού λαού στη φτώχεια και περιθωριοποίηση). Πέρα από τις ευθύνες των κομμάτων της συγκυβέρνησης, υπάρχουν ταυτόχρονα μεγάλες ευθύνες της τρόϊκας (με τις «συνταγές σωτηρίας») και του οικοδομήματος της ΟΝΕ (με τις ανισότιμες σχέσεις μεταξύ ισχυρών και αδύναμων χωρών). Αυτό που πρέπει να δούμε είναι η ουσία της πολιτικής διαπραγμάτευσης και τα αποτελέσματα της. Οι αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ δίνουν το πλαίσιο για τη στάση στο τελικό «δια ταύτα» των διαπραγματεύσεων. Η ουσιαστική άρνηση επίλυσης του χρέους, μια κυβέρνηση της Αριστεράς με στήριξη του λαού, πρέπει «να πράξει τα δέοντα», ώστε να δοθεί βιώσιμη λύση και να ανοίξει ο δρόμος μιας ελπιδοφόρας προοπτικής, με βάση τα συμφέροντα του ελληνικού λαού και όχι υποχώρηση σε ανεδαφικά διλήμματα ή προσχηματικά εμπόδια, που εξυπηρετούν τελικά, άμεσα ή έμμεσα, τους δανειστές. Email: ytolios@gmail.com Blog: ytoliosblog.wordpress.com

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Η αστική τάξη αξίζει κάτι καλύτερο

Η αστική τάξη αξίζει κάτι καλύτερο, του Ευκλείδη Τσακαλώτου 31 Οκτ 2014 Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται ούτε με τον Αντώνη Σαμάρα, ούτε με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ούτε καν με τη Βούλτεψη και τον Γεωργιάδη -αν και θα μπορούσε, δεδομένου του τίτλου. Ασχολείται με τη φιλική προς τα μνημόνια διανόηση, και ιδιαίτερα με το άρθρο των Παγουλάτου και Τσακλόγλου για τις οικονομικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (26/10/14). Και ούτε καν με όλο το άρθρο, αλλά κυρίως με τις πρώτες σειρές του όπου οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι οι οικονομικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ βασίζονται σε δυο παραδοχές: Πρώτον, ότι το Μνημόνιο έφερε την κρίση και όχι το αντίστροφο, και δεύτερον, ότι για μας το κλειδί για την ανάκαμψη της οικονομίας είναι η ενεργός ζήτηση και όχι οι πολιτικές από την πλευρά της προσφοράς. Και οι δύο συγγραφείς υπηρέτησαν μνημονιακές κυβερνήσεις -του Παπαδήμου και του Σαμαρά αντιστοίχως. Και οι δυο έχουν καταγραφεί στο ρεύμα ιδεών του Σημιτικού εκσυγχρονισμού. Αλλά στο συγκεκριμένο άρθρο γράφουν και υπογράφουν ως πανεπιστημιακοί, οπότε η οποιαδήποτε κρίση μπορεί να είναι πιο αυστηρή. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, δε χρειάζεται καμία ιδιαίτερη αυστηρότητα, μιας και οι δυο συγγραφείς παραβιάζουν σχεδόν όλους τους κανόνες που ξέρω για την δεοντολογία της επιστήμης, για την ανταλλαγή απόψεων, κλπ. Και ιδιαίτερα τον κανόνα που επιτάσσει προσοχή ως προς τις πηγές, και τη δίκαιη και προσεκτική αναδιαμόρφωση των θέσεων του αντιπάλου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως θα ξέρουν οι καλοί συνάδελφοι, είναι ένα συγκροτημένο κόμμα. Και ως τέτοιο έχει θέσεις, καταγεγραμμένες σε άφθονα προγραμματικά και συνεδριακά κείμενα. Αν οι συγγραφείς ακολουθούσαν στο ελάχιστο μια αναγνώρισιμη επιστημονική δεοντολογία, ανατρέχοντας σε αυτά τα κείμενα, θα δυσκολεύονταν να βρουν τις δύο υποτιθέμενες παραδοχές στις οποίες αναφέρονται. Αντιθέτως, τα κείμενα μιλάνε για ένα οικονομικό μοντέλο (πριν το 2008) που βασιζόταν σε τρομερές οικονομικές ανισότητες, σε μακροοικονομικές ανισορροπίες, στην χρηματιστικοποίηση -και ό,τι σημαινει αυτή για τη δομή των οικονομιών-, και άλλα πολλά. Το μοντέλο, δηλαδή, που ο Τσακλόγλου και ο Παγουλάτος υποστήριξαν στην οκταετία του Σημίτη. Με λίγα λόγια, τα συνεδριακά κείμενα μιλάνε, ξανά και ξανά, για μια δομική κρίση του καπιταλισμού, ασκώντας ρητή κριτική στις κεϋνσιανές προσεγγίσεις. Τα δε προγραμματικά κείμενα, από τη συμβολή του Συνασπισμού στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το 2009 μέχρι σήμερα, δίνουν τη μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση και όχι στις πολιτικές ζήτησης. Καλώς ή κακώς, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει και μια ομάδα οικονομολόγων, που με τα βιβλία τους, τα άρθρα τους (επιστημονικά και δημοσιογραφικά), με τις δημόσιες παρεμβάσεις τους, έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση του οικονομικού προγράμματος του κόμματος και στην δημόσια υποστήριξή του. Όλα αυτά αποτελούν πηγές για όσους θα ήθελαν να ασκήσουν κριτική. Θα μπορούσα να μιλήσω για τον Δραγασάκη, τον Μηλιό, ή τον Σταθάκη που είμαι σίγουρος ότι δε θα αναγνώριζαν τον εαυτό τους στην κριτική που τους ασκείται σε αυτό το άρθρο. Ας περιοριστώ όμως στη δική μου περίπτωση, μιας και οι δυο συγγραφείς με γνωρίζουν καλά από τα χρόνια που ήμασταν στο ίδιο τμήμα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο. Είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι θα υιοθετούσα αυτές τις παραδοχές; Έχουν διαβάσει κάποια από τα τελευταία μου βιβλία, γραμμένα με το Χρήστο Λάσκο, για τις αιτίες της κρίσης και το πώς θα μπορέσουμε να βγούμε από αυτή; Μπορούν να βρουν κάποιο απόσπασμα που να τέμνεται έστω με τις δυο παραδοχές στις οποίες αναφέρονται; Ας υποθέσουμε ότι η πρόσφατη έντονη ενασχόλησή τους με την πολιτική δεν τους άφησε πολύ χρόνο για την ανάγνωση βιβλίων περί της κρίσης και θεωρούν ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο που απέκτησαν στην εποχή Σημίτη είναι παντός καιρού. Μήπως μπήκαν στο κόπο να διαβάσουν την ανταλλαγή επιχειρημάτων που είχα με το υπουργείο οικονομικών, όταν το τελευταίο άσκησε κριτική στην ομιλία Τσίπρα στη ΔΕΘ; Γιατί εκεί η σημασία των διαρθρωτικών αλλαγών σε σχέση με την πολιτική της ζήτησης ήταν στο κέντρο της αντιπαράθεσης. Απάντησα, δηλαδή, στην κριτική Χαρδούβελη, ότι βεβαίως τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι δομικά, αλλά ισχυρίστηκα ότι κανένα σχέδιο παραγωγικής αναδιάρθρωσης, είτε το νεοφιλελεύθερο, είτε κάποιο εναλλακτικό, δεν μπορεί να προχωρήσει με μια οικονομία σε παγίδα χρέους και μια κοινωνία φοβισμένη, με τρομακτική αβεβαιότητα για το μέλλον. Μάλιστα σε άρθρο μου στο ίδιο (με το δικό τους) τεύχος της Καθημερινής (αυτό τουλάχιστον κατανοώ ότι δε θα μπορούσαν να το είχαν λάβει υπόψη!) ισχυρίζομαι ότι η δημοσιονομική λιτότητα έχει εμποδίσει σημαντικές οικονομικές αναδιαρθρώσεις όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ισπανία, την Πορτογαλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και η επανεκκίνηση της οικονομίας χρειάζονται για να δημιουργήσουν πιο εύπορο έδαφος για τις οποίες σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην οικονομία αλλά και στο κράτος. Μπορεί το επιχείρημα να είναι σωστό, μπορεί και λάθος. Αλλά δεν έχει καμία σχέση με το πώς το παρουσιάζει το εν λόγω άρθρο. Θα μπορούσα να αναφερθώ σε μια σειρά άλλων επιχειρημάτων που έχουν χρησιμοποιήσει στον δημόσιο λόγο οι υποστηρικτές μιας εναλλακτικής εξόδου από την κρίση, τα οποία οι δύο συγγραφείς φαίνεται να αγνοούν. Θα αρκεστώ μόνο σε ένα. Στο άρθρο τους αναρωτιούνται, όπως καθημερινά κάνουν στα κανάλια οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης, γιατί το Βέλγιο, και άλλες χώρες, να δεχθούν ένα κούρεμα του ελληνικού χρέους. Στις 7/10 στην Εφημερίδα των Συντακτών δημοσίευσα ένα άρθρο με τίτλο «Γιατί οι φτωχές χώρες τις ΕΕ να δεχθούν ένα κούρεμα του ελληνικού χρέους». Έχουν ενδιαφέρον για τους αναγνώστες της Καθημερινής οι απαντήσεις που δόθηκαν για το θέμα αυτό στο συγκεκριμένο άρθρο; Ή πρέπει να μένουν με την εντύπωση ότι τέτοιου είδους ερωτήματα δεν απασχόλησαν ποτέ τον ΣΥΡΙΖΑ; Αξίζει τον κόπο οι διανοούμενοι του συστήματος να πάνε ένα βηματάκι παραπέρα από την εκπρόσωπο τύπου της κυβέρνησης; Υπάρχει όμως και μια άλλη αρχή δεοντολογίας που ίσως με την επιστροφή τους στο πανεπιστήμιο θα μπορούσαν οι συνάδελφοι αν όχι να αγκαλιάσουν, τουλάχιστον να έχουν μια περαστική σχέση. Αυτή της αυτοκριτικής. Γιατί σε όλο το άρθρο τους δεν υπάρχει ούτε ίχνος από αυτή την πολύτιμη αρχή. Φαίνεται, όπως λένε οι Αμερικάνοι, ότι οι εκσυγχρονιστές «don’t do sorry». Βεβαίως, η κρίση δεν οφείλεται στα Μνημόνια. Αλλά τα Μνημόνια αποτέλεσαν τη λάθος συνταγή, με καταστροφικές συνέπειες για την κοινωνία. Είναι πέρα από τη κατανόησή μου ότι δυο πανεπιστημιακοί που συμβάλανε σε αυτή την πολιτική, δεν έχουν έστω κάποιες σκέψεις για το πως θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η τεράστια αύξηση της φτώχειας, της ανισότητας, της ανεργίας. Η εντύπωση που μένει είναι αυτή του Dr Pangloss (από τον Βολταίρο): το Μνημόνιο αποτέλεσε την καλύτερη λύση που υπάρχει και τίποτα δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερα. Ας μου επιτραπεί να κλείσω όπως ξεκίνησαν οι δύο συγγραφείς το άρθρο τους, με δυο παραδοχές που εγώ βλέπω να διαπερνούν τη δική τους «ανάλυση»: 1) Οφείλουμε να μην μάθουμε τίποτα από την οικονομική ιστορία για τη κρίση του ‘30, για την αποτυχία των προγραμμάτων μείωσης μισθών και κρατικών δαπανών, για τις παγίδες χρέους των νοικοκυριών, των τραπεζών και ολόκληρων οικονομιών, για τη μαζική ανεργία, για την άνοδο του φασισμού. 2) Ούτε έχει σημασία να αξιολογήσουμε την πρόσφατη εμπειρία στη χώρα μας σε σχέση με την προσέγγιση της λιτότητας. Η αξιολόγηση αφήνει ανοικτό το θέμα των εναλλακτικών λύσεων, και ο ρόλος μας ως οργανικών διανοούμενων του συστήματος είναι να κλείνουμε συζητήσεις, όχι να εμπλεκόμαστε σοβαρά με τα επιχειρήματα των αντιπάλων. Γιατί να παραθέσουμε επιχειρήματα όταν οι αχυράνθρωποι μας βολεύουν τόσο σ’ αυτή τη συγκυρία; Συμπερασματικά η ανάλυση των δυο πανεπιστημιακών είναι και χρήσιμη και αποκαλυπτική. Χρήσιμη, γιατί είναι αποκαλυπτική για το επίπεδο της αστικής τάξης. Ελπίζω, για το καλό της, να μην ισχύει ότι έχει τους διανοούμενους που της αξίζουν.

DRAGHI - NOMICS: Τι κάνει, τι δεν κάνει και τι θα έπρεπε να κάνει η ΕΚΤ

DRAGHI - NOMICS: Τι κάνει, τι δεν κάνει και τι θα έπρεπε να κάνει η ΕΚΤ Βαρουφάκης Γιάννης | 14.09.2014 Τις τελευταίες μέρες οι πρόσφατες φραστικές παρεμβάσεις του κ. Μάριο Ντράγκι οδήγησαν πολλούς σχολιαστές στη δημιουργία ενός ακόμα όρου: Draghi-nomics, κατά το Abe-nomics που αναφέρεται στην τριπλή οικονομική παρέμβαση του πρωθυπουργού της Ιαπωνίας Σχίντζο Άμπε η οποία στόχο είχε την υπέρβαση της ύφεσης που πλήττει την Ιαπωνία εδώ και χρόνια. Ο λόγος για τον παραλληλισμό Ντράγκι και Άμπε είναι το γεγονός ότι ο κ. Ντράγκι, όπως και ο κ. Άμπε πριν καιρό, εξέφρασε την πεποίθησή του ότι, για να νικηθεί το τέρας της Ευρωζωνικής Ύφεσης, απαιτούνται τρία «βέλη»: •Τώρα η Ευρώπη χρειάζεται πράξεις, δράσεις, ουσιαστικές παρεμβάσεις, από εκείνες που ο κ. Ντράγκι δεν έχει τη δυνατότητα (ακόμα και να το ποθεί) να κάνει * Επεκτατική δημοσιονομική πολιτική (δηλαδή το αντίθετο της λιτότητας, τουλάχιστον στα κράτη-μέλη που έχουν το δημοσιονομικό περιθώριο να δαπανήσουν πιο πολλά και να μειώσουν φόρους) * Επεκτατική νομισματική πολιτική, η οποία θα βασίζεται σε αγορές της κεντρικής τράπεζας χρέους (ιδιωτικού και δημοσίου) από τις ιδιωτικές τράπεζες (ώστε να μπορούν εκείνες να δανείζουν ένα μέρος των χρημάτων που λαμβάνουν από την κεντρική τράπεζα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις) * Δομικές μεταρρυθμίσεις που να επιτρέπουν στην οικονομία να ωφεληθεί τα μέγιστα από τα (1) και (2) πιο πάνω (π.χ. πάταξη της γραφειοκρατίας). Η παραδοχή Ντράγκι Το γεγονός ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ, κ. Μάριο Ντράγκι, παραδέχθηκε ότι η κρίση του ευρώ έχει προχωρήσει τόσο πολύ, και σε τέτοιο «βάθος», που είναι αδύνατον να νικηθεί χωρίς αντιστροφή της γενικευμένης λιτότητας αποτελεί μια μεγάλη κατάκτηση της αλήθειας σ' έναν ευρωπαϊκό χώρο όπου επικυριαρχεί ο παραλογισμός και το ψέμα. Όμως, δυστυχέστατα, κάπου εδώ σταματούν τα χαρμόσυνα νέα και ο παραλληλισμός των Draghi-nomics με τα Abe-nomics. Γιατί; Ο κ. Άμπε, ως πρωθυπουργός μιας ανεξάρτητης και ενιαίας χώρας, έχει τη δυνατότητα, το δικαίωμα, τη δικαιοδοσία να προσπαθήσει να εφαρμόσει και τις τρεις αυτές πολιτικές του ταυτόχρονα - να βάλει τα τρία αυτά βέλη στο τόξο του και να τα στείλει στην κοιλιά της ιαπωνικής ύφεσης, ελπίζοντας να την πληγώσει θανάσιμα. Ο κ. Ντράγκι, σε θλιβερή αντίθεση, δεν έχει τη δικαιοδοσία, την ισχύ να κάνει κάτι αντίστοιχο με τα τρία βέλη τα οποία, αντιγράφοντας τον κ. Άμπε, επικαλείται. Το πρώτο βέλος αφορά μόνο τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, το Ecofin, το Eurogroup, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την τρόικα που επιβλέπουν τους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών. Στην ΕΚΤ δεν πέφτει λόγος. Το ίδιο και με το τρίτο βέλος, το θέμα των μεταρρυθμίσεων. Το δεύτερο βέλος τουλάχιστον, που αφορά τη νομισματική πολιτική, το ελέγχει ο κ. Ντράγκι; Δυστυχώς, ούτε αυτό ελέγχει! Η αγορά χρέους Σίγουρα ο κ. Ντράγκι θέλει να χαλαρώσει κι άλλο τη νομισματική πολιτική - να δημιουργήσει συνθήκες που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στις οικονομίες μας. Κανονικά, οι κεντρικές τράπεζες το κάνουν αυτό ρίχνοντας τα επιτόκια. Όμως, τώρα που τα επιτόκια είναι ήδη πολύ κοντά στο μηδέν, η ΕΚΤ πρέπει να κάνει κάτι άλλο. Κάτι σαν αυτό που κάνει η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας, της Αγγλίας, της Αμερικής: Να αγοράσει από τις τράπεζες χρέος που εκείνες έχουν στα βιβλία τους ελπίζοντας ότι, έτσι, οι τράπεζες θα δανείσουν πιο πολλά χρήματα σε άτομα και επιχειρήσεις. Γιατί λοιπόν δεν το κάνει; Η απάντηση είναι: Γιατί δεν ξέρει τι χρέος να αγοράσει χωρίς να πέσουν πάνω του να τον κατακρεουργήσουν οι πολιτικοί. Ας το δούμε αλλιώς: Στην Αμερική, στην Ιαπωνία και στην Βρετανία οι κεντρικές τράπεζες αγοράζουν, ως επί το πλείστον, δημόσιο χρέος - ομόλογα της δικής τους κυβέρνησης. Η ΕΚΤ όμως δεν μπορεί να το κάνει αυτό επειδή δεν υπάρχει ευρωζωνική κυβέρνηση που να εκδίδει ευρωομόλογα για να τα αγοράσει η ΕΚΤ! Αν ο κ. Ντράγκι τολμήσει να αγοράσει, π.χ., ιταλικά ομόλογα, το Βερολίνο θα βάλει τις φωνές ότι αυτό αποτελεί «διάσωση» του ιταλικού Δημοσίου που απαγορεύουν οι Συνθήκες και το Καταστατικό της ΕΚΤ. Αν πάλι αγοράσει γερμανικά, εμείς οι της Περιφέρειας (πολύ σωστά) θα εξαγριωθούμε. Μια άλλη λύση είναι η ΕΚΤ να αγοράσει ιδιωτικό χρέος. Κι αυτό όμως είναι πρόβλημα. Τι να αγοράσει; Ελληνικά ή γαλλικά στεγαστικά δάνεια; Γερμανικά ή πορτογαλικά επιχειρηματικά δάνεια; Μύλος θα γίνει ό,τι και να αποφασίσει. Τοξικά παράγωγα Έτσι φτάσαμε στην λύση που ανακοίνωσε ο κ. Ντράγκι τις προάλλες: Θα αγοράσει, λέει, δομημένα παράγωγα, τα οποία αποτελούνται, το κάθε ένα, από μικρά «κομματάκια» πολλών διαφορετικών ιδιωτικών χρεών - άλλων γερμανικών, άλλων ιταλικών, άλλων ολλανδικών κ.λπ. Θα αγοράσει δηλαδή μια «ρώσικη σαλάτα» λογιών-λογιών ιδιωτικών χρεών, ατάκτως αναμεμειγμένων υπό την μορφή των δομημένων ομολόγων, δηλαδή των τοξικών παραγώγων που κατέρρευσαν (δημιουργώντας την κρίση) το 2008. Τέτοια είναι η απόγνωση του προέδρου της ΕΚΤ! Το καλύτερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι το βέλος αυτό του κ. Ντράγκι είναι «κούφιο». Η παρέμβασή του αυτή θα αποδειχθεί ήσσονος σημασίας επειδή τέτοια δομημένα ομόλογα δεν υπάρχουν αρκετά στην αγορά ώστε η... αγορά τους από την ΕΚΤ να κάνει την παραμικρή διαφορά στη συνολική ρευστότητα. Για να κάνει διαφορά η ΕΚΤ, θα πρέπει πρώτα να δημιουργήσει αυτή την αγορά παραγώγων πριν εισέλθει σε αυτήν ως αγοραστής. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε, σε τελική ανάλυση. Συμπερασματικά, άλλο Draghinomics, άλλο Abenomics. Ενώ το δεύτερο έχει ουσία (ανεξάρτητα από το εάν τελικά θα πετύχει), το πρώτο, οι παρεμβάσεις Ντράγκι, έχουν καθαρά συμβολική, ρητορική σημασία. Όμως ο καιρός που απλές φραστικές παρεμβάσεις ίσως αρκούσαν έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα η Ευρώπη χρειάζεται πράξεις, δράσεις, ουσιαστικές παρεμβάσεις, από εκείνες που ο κ. Ντράγκι δεν έχει τη δυνατότητα (ακόμα και να το ποθεί) να κάνει. Χρηματοδότηση επενδύσεων Υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει αντί για αυτό που προτείνει ο κ. Ντράγκι; Ναι, υπάρχει. Αντί να αγοράζει δομημένο, τοξικό ιδιωτικό χρέος, η ΕΚΤ θα έπρεπε να αγοράζει, μαζικά, ομόλογα έκδοσης της (δημόσιας) Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να χρηματοδοτεί με αυτόν τον τρόπο ένα τεράστιο επενδυτικό πρόγραμμα απ' άκρου σ' άκρον της Ευρώπης κατατροπώνοντας την κρίση άμεσα. Δυστυχώς, αυτό απαιτεί απόφαση των κυβερνήσεών μας, πολιτικών που πέντε χρόνια τώρα αποδεικνύουν το τεράστιο ταλέντο τους στο να αποφεύγουν οποιαδήποτε λογική απόφαση θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Ευρωπαίων πολιτών. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...